Πέμπτη 23 Σεπτεμβρίου 2010

Το ασταθές βήμα του Χρίστου Χατζήπαπα

Θεοδόση Πυλαρινού

Η πεζογραφική πορεία του Χρίστου Χατζήπαπα είναι γνωστή και η προσωπική γραφή του κερδισμένη προ πολλού. Διαθέτει ύφος, με άλλα λόγια, ο αντιρρητικός και «προκλητικός» αυτός κύπριος πεζογράφος, που υπερβαίνει τόσο τις εφήμερες κατακρίσεις των αρνητών του είδους αυτού της γραφής, όσο και τα επικαιρικά εγκώμια των οπαδών του ίδιου τρόπου. Διότι η προσωπική γραφή αποτελεί ακριβώς το όχημα που υλοποιεί χειρουργικά τους προβληματισμούς και αυτή μένει ως εικόνα προβολής της όποιας ουσίας του περιεχομένου.
Η τελευταία συλλογή διηγημάτων του, Το ασταθές βήμα –στο είδος αυτό, είτε στο σύντομο διήγημα-μινιατούρα είτε στο εκτεταμένο που εγγίζει στα όρια τους νουβέλας, θεωρούμε ότι έχει ιδιαίτερες επιδόσεις–, έρχεται να επιβεβαιώσει την εμβέλεια της γραφής αυτής, μια και απλά θέματα και μικροσυμβάντα παίρνουν απρόσμενες μυθοποιητικές διαστάσεις και ο συγγραφέας κατορθώνει με τη γλώσσα, το ύφος, το χιούμορ, την ειρωνεία και ιδιαίτερα τον σαρκασμό και τον αυτοσαρκασμό να ψυχογραφεί και να αυτοψυχογραφείται αποδεικνύοντας ότι το λογοτεχνικά μείζον υπνώττει ή καιροφυλακτεί στο καθημερινό, στο απλό και φαινομενικά έλασσον, χειροβομβίδα που περιμένει να απασφαλιστεί για να διεγείρει ποικιλότροπα τον αναγνώστη. Και ακόμη γιατί εξορύσσει ο συγγραφέας αυτός τα καυτά υπαρξιακά προβλήματα του ανθρώπου, τον έρωτα, την ανθρωπιά, τον θάνατο, μέσα από την απλοϊκή ή και τη χυδαία ακόμη καθημερινότητα.
Τρεις είναι οι κεντρικοί πυρήνες, επί των οποίων εφαρμόζει την πεζογραφική του δημιουργικότητα:
α) Το ερωτικό στοιχείο, αγιοποιημένο και, συχνά, ταυτόχρονα υπονομευμένο από μικρογεγονότα ανατροπής, ιδωμένο με καταβάσεις στο υποσυνείδητο ή με αναφορές σε απλές φυσιολογικές λειτουργίες, για να αναδυθούν ψυχολογικές παρατηρήσεις που καταδεικνύουν τη σύγκρουση των φυσικών με τις κοινωνικές λειτουργίες, των αυτονόητων πράξεων με τα ταμπού και τις ποικίλες αναστολές, της αυθορμησίας με τα ψυχοκοινωνικά κωλύματα. Αν και σε άλλο επίπεδο, μας φέρνει στον νου το καθηλωτικό για τον έρωτα και τον ανθρώπινο πόνο βιβλίο της Μαρίας Κουγιουμτζή, Άγριο βελούδο, με διηγήματα εξίσου απαξιωτικά και ανατρεπτικά της καθεστηκυίας τάξης, παρεμφερή με αυτά του Ασταθούς βήματος του Χρίστου Χατζήπαπα.
β) Με εξαιρετική απλότητα που φτάνει στο σημείο της κατάρριψης κάθε μορφής συμβάσεων και της διείσδυσης στα άρρητα και τις ανομολόγητες επιθυμίες του νου και του σώματος ο συγγραφέας καταπιάνεται με την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο στις μέρες μας, με τον «καθωσπρέπει» κυνισμό μας, με την απελπισία των νεοδούλων που συρρέουν, λεία προς «αξιοποίηση» στις προηγμένες χώρες της Δύσης. Ο χώρος της ιδιαίτερης πατρίδας του αποτέλεσε σκηνή, από την οποία επέλεξε τους ήρωες και τις ηρωίδες του, θύματα του μοντέρνου ανθρωπισμού, εκπορνευμένα ποικιλότροπα και ισοπεδωμένα με τον οδοστρωτήρα του «νεοανθρωπισμού» μας, που η γραφή του Χατζήπαπα τα εξαγιάζει στις συνειδήσεις μας. Γιατί κινείται κατά σύστημα ανάμεσα στις ισχυρές και ενοχλητικές αντιθέσεις, της φθοράς με την αφθαρσία, όπου συγχέονται τα όρια ληστή και αγίου, θύτη και θύματος, διαφθοράς και επιβίωσης.
γ) Η Κύπρος καθαυτήν δεν λείπει από το έργο κανενός κύπριου λογοτέχνη. Η εμμονή αυτή στην ανάδειξη της εντοπιότητας δεν ανάγεται μόνο στην απόσταση ούτε στα δραματικά γεγονότα του δεύτερου μισού του δραματικού για το νησί 20ού αιώνα. Οφείλεται, κατά τη γνώμη μας, στην αδήριτη ανάγκη να εκδηλώσει ο λογοτεχνικός και ευρύτερα ακόμη ο πνευματικός κόσμος της δυναμικά την παρουσία του αλλά και την ποιότητα της καλλιτεχνικής και της εν γένει πνευματικής φωνής του. Και στα πεζογραφήματα αυτά (θα ξεχωρίσουμε τους «Επτά ραβδισμούς δι’ ελαφριάς καλάμου») μέσα από το ασήμαντο μικρογεγονός, που οι ήρωές του όμως το καθοσιώνουν, ανάγεται ο συγγραφέας στα κορυφαία γεγονότα του απελευθερωτικού αγώνα του 1955 ή στα κρίσιμα γεγονότα του 1963, κάρφος οδυνηρό στη συμφιλίωση των Ελλήνων και των Τούρκων κατοίκων του νησιού.
Αξίζει να λεχθούν λίγα λόγια για την τεχνική του Χατζήπαπα: Σκηνικά απλά, καθημερινά, κοινότοπα, όπως η ζωή στην τρέχουσα διαδρομή της. Ένα μικροσυμβάν όμως είτε ανακαλεί οικεία κακά και πάνω σ’ αυτά οικονομεί την ιστορία του και τη λύση του ο συγγραφέας, είτε αποτελεί αφορμή για βλαπτικά συνήθως αποτελέσματα που διευρύνονται αφηγηματικά και εξακτινώνονται από την ασήμαντη εκκίνηση στο ευρύτερο υπαρξιακό ή κοινωνικό πρόβλημα των σημερινών ανθρώπων.
Η λέξη του τοποθετημένη καίρια –και με γλωσσικά ανοίκειο πολλές φορές μανδύα– λειτουργεί σαν ηλεκτροσόκ, αφού εκτοξευόμενη την κατάλληλη στιγμή δηλώνει το σημείο εστίασης της προσοχής του αναγνώστη και, συνεπώς, το κέντρο του ηθικού βάρους του διηγήματος. Η λέξη του, επίσης, αποδομεί, με τη λαϊκότητα ή και το συμβατικά αθυρόστομο του περιεχομένου της, τις χρεοκοπημένες συμβάσεις, τους τεχνικούς κώδικες ευγενείας και, κυρίως, πλήττει ηχηρά την υποκρισία, δικαιώνοντας τις έννοιες που εκφράζει. Λέγοντας δηλαδή τα πράγματα με το όνομά τους, αποδίδει και την ουσία τους και προσανατολίζει τον αναγνώστη στο βάθος των πραγμάτων.
Αλλά και το ύφος του, απόρροια όλων των προηγούμενων, προσδίδει το ιδιότυπο προσωπικό χρώμα της γραφής του Χατζήπαπα, που αναφέραμε ήδη στην αρχή. Παράδοξα συμβάντα, εκπλήξεις, υπονομεύσεις, αποστασιοποίηση από μηχανισμούς, σατιρικές ατάκες, φάρσες και ψευδαισθητικά φαινόμενα, ανεκδοτολογία, όλα αυτά με «εύτακτη αταξία» αποτελούν υλικό, το οποίο συναπαρτίζει ένα αφηγηματικό μικροοπλοστάσιο, που δεν ορρωδεί να χρησιμοποιεί ο συγγραφέας, υπερβαίνοντας συχνά τα εσκαμμένα. Όμως αυτή ακριβώς η τόλμη συντελεί στη δημιουργία της προσωπικής γραφής, η οποία στο έργο του Χατζήπαπα αποθεώνεται στις ισχυρές, και γι’ αυτό οδυνηρές, αντιφάσεις του. Ένα δείγμα από το διήγημα «Ένας γέρος» αποτελεί, νομίζουμε, τον ευγλωττότερο επίλογο:
«[...] Έλα, του έλεγε, έλα! Αυτή είναι η ώρα μας. Με τα μάτια, το σώμα της. Όμως εκείνος το σκέφτηκε. Το ξανασκέφτηκε κι έμεινε στο βαγόνι. Βουβός. Την υπόλοιπη νύχτα έκλαψε σαν σκυλί, στον κρύο αέρα των ρεματιών, μονάχος. [...]».

Θεοδόσης Πυλαρινός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου