Στον Γιώργο Κεχαγιόγλου
Είχαμε ένα συμφοιτητή που τον φωνάζαμε «peculiar man», επειδή ήταν λίγο παράξενος ή και οριακά τρελός. Ήταν η εποχή των Simon and Garfunkel. Με ένα δίσκο που έφερε μαζί του ένας δεύτερος τρελός. Από Θεσσαλονίκη μεριά.
Στη Σόφια όλ’ αυτά ήταν τότε απαγορευμένα: Όπως και τα προφυλακτικά, οι αμβλώσεις, το μούσι, τα μακριά μαλλιά. Το μόνο που ήταν ελεύθερο ήταν ο έρωτας και οι στίχοι σε ομοιοκαταληξία. Ο ελεύθερος στίχος απαγορευόταν επίσης.
Αυτός ο δεύτερος τρελός σπούδαζε στην Ελλάδα, όμως χάρη σε μια κρατική υποτροφία, όπως κι εμείς, ήρθε μαζί μας. Δύσκολοι καιροί για γονείς που είχαν παιδιά αποφασισμένα να σπουδάσουν. Ό,τι να ’ναι, δωρεάν να ’ναι. Είδε όσα είδε την πρώτη βδομάδα κι έγινε άφαντος, χωρίς ν’ ανοίξει το στόμα σε κανένα. Ήρθε όμως πίσω σε μια βδομάδα, σαν δαρμένο σκυλί έκατσε δίπλα μας με τ’ ακουστικά, να μάθει τη γλώσσα. Έφερε και το δίσκο που είπαμε. Χαρά στο κουράγιο! είπαμε όλοι. Στη συνέχεια πάντως, όλο και κουβάλαγε μουσικές κι ανησυχίες, μας κρατούσε ενήμερους και σε εγρήγορση για το τι γινόταν στον κόσμο, γι’ αυτά που γύρω μας άκουγαν όλοι κρυφά από ΒΒC και Deutsche Welle, Beatles, Abba κλπ. Τα περνούσε από τα σύνορα με μιαν ευκολία σχεδόν ύποπτη. Αν ήταν κάποιος φοβητσιάρης σαν εμάς, θα τον μπαγλάρωναν στο πι και φι οι τελωνειακοί κι από τις δυο πλευρές. Μαζί με τον «Μπάλλο» και άλλα τινά της μουσικής Ελλάδος των συνταγματαρχών, κουβαλούσε φανελάκια, ωραία, πάμφθηνα για τις συνθήκες του σοσιαλισμού, τζιν και συμπαθέστατα πουλόβερ «πολυτελείας» της ελληνικής βιομηχανίας υπό δικτατορία. Κι επίσης νάιλον καλτσόν. Περιζήτητα
Μ’ αυτόν όμως, τον δεύτερο τρελό, φίλο γκαρδιακό, δεν θα σας απασχολήσω άλλο. Κατανοώ κιόλας πως κάτι τέτοιο αντιτίθεται στους κανόνες της σωστής αφήγησης, επειδή ο άξονας του διηγήματος έχει μετατοπιστεί άσκοπα εξαιτίας του. Υποθέστε λοιπόν πως τον έχουν συλλάβει σε μια από τις αγοραπωλησίες του. Για να μην εμφανίζεται εική και ως έτυχε. Διατηρώ όμως κι εγώ το δικαίωμα να τον επαναφέρω αν χρειαστεί, με το πρόσχημα ότι, με δωροδοκία έστω, τον έχουν αφήσει να κυκλοφορεί ξανά στο παζάρι.
Θα σας απαλλάξω σχετικά σύντομα ακόμη και από τον peculiar man. Ο οποίος είχε πολλές ιδιαιτερότητες. Επέλεγε, για παράδειγμα, να βγαίνει με τις πιο άσχημες κοπέλες, ενώ η Σόφια, ως γνωστόν, ήταν και είναι μέχρι σήμερα γεμάτη με «Μις Κόσμος». Σε κάθε γωνιά. Ούτε όμως αυτό μας αφορά. Το μόνο που θα μας απασχολήσει είναι η προφητική ικανότητά του. Ούτε καν οι σωστές και έγκαιρες διαγνώσεις του για το πολιτικό σύστημα που ζούσαμε. Όπως, για παράδειγμα, για τα χαλασμένα μια φορά αυγά στη φοιτητική λέσχη, όπου απεφάνθη υπαινικτικά πως «φταίει το σύστημα». Κι έλα να δεις πώς πέσανε πάνω του τα κομματόπαιδα. Τα παιδιά που ήταν σταλμένα από το Κόμμα και δεν μπορούσαν να φανταστούν πως το σύστημα μπορούσε ενίοτε και να συναχώνεται... Από τότε απέφευγε κάθε δημόσια επαφή μ’ αυτή τη λέξη. Αλλά αυτά τα παραγράφουμε.
Το τι όμως προφήτεψε ο peculiar man δεν παίζεται... Ξεπερνά κατά πολύ ακόμη και την γιαγιά Βάνκα. Η Ευαγγελία ήταν μια υπερήλικας τυφλή προφήτισσα που ζούσε στην πόλη Πετρίτσι κοντά στο συνοριακό πέρασμα του Προμαχώνα. Προφήτευε θανάτους, δυστυχήματα, έβλεπε το παρελθόν αλλά κυρίως το μέλλον και ό,τι γενικά θα συμβεί στον επισκέπτη της. Με ακρίβεια Ιησού Χριστού, που είδε, λέει, τους Φίλιππο και Ναθαναήλ κάτω από τη συκή στην άλλη πλευρά του βουνού. Καίτοι οι προφήτες, και οι λογής άλλα ορώντες πέραν του πραγματικού, υλικού κόσμου και του οράματος του σοσιαλισμού, τελούσαν υπό δυσμένεια, εντούτοις αυτήν την επισκέπτονταν συχνά πυκνά, πλην κρυφίως, κομματικοί αξιωματούχοι. Προφήτευε ακόμη και την προσωπική τους πτώση. Πότε δηλαδή, θα έκανε κέφι στον Ντόντορ Ζίβκοφ, να τους μασουλήσει χρατς χρατς, σαν φρυγανιά με τσούπριτσα, τουτέστιν ρίγανη, για πρωινό. Ακόμη και το ατύχημα της κόρης Του Λιουτμίλας προείπε, πως «θα πάει από σίδερο... Μεγάλου Αδελφού». Ο κόσμος διέδιδε πως την έφαγαν οι Ρώσοι, σ’ ένα δεύτερο αυτοκινητιστικό δυστύχημα, επειδή Αυτή το είχε γυρίσει στο μυστικισμό. Όπως ο Μεγάλος Αδερφός έφαγε και τον υιόν Ντενκτάς, τον Ραΐφ, επειδή ήταν υπέρ της συμφιλίωσης με τους Ελληνοκύπριους. Όλα όμως τούτα επιδέχονται και άλλες ερμηνείες, παρόλο που οι Βούλγαροι την πίστεψαν την ιστορία αυτή και λάτρεψαν την πριγκιπέσα πιο πολύ κι από το Κόμμα. Λέγεται κιόλας πως ο υπέρτατος ποιητής τους είχε υψώσει την εικόνα της στο γραφείο του, όπου, με διαταγή του, τοποθετούνταν καθημερινά αγκαλιές λουλούδια για διάστημα έξι μηνών. Εφέροντο ακόμη κάτι φήμες πως όταν ο ίδιος συναντούσε τον Μέγα Ηγεμόνα τού φιλούσε το χέρι. Όπως καλή ώρα οι Τούρκοι ασπάζονται το χέρι του πρωθυπουργού Ερντογάν. Και πως μια φορά ο Ηγεμών δεν άντεξε τις κολακείες του και τον κατσάδιασε μπροστά σ’ όλη την Κεντρική Επιτροπή. Εκείνος όμως είχε έτοιμη την απάντηση: «Σύντροφε Ζίβκοφ, δεν μπορείτε να μου απαγορεύετε να σας αγαπώ!».
Μπορεί όμως πολλά απ’ αυτά να τα λένε οι διάφοροι τώρα, που «έλειψεν ο πετεινός και χορεύουν οι όρνιθες», κατά τη σοφή ρήση της μάνας μου.
Ο peculiar man όμως, λες και τα μάθαινε όλ’ αυτά από πρώτο χέρι. Ό,τι προφήτεψε, πάντως, άντεξε στο χρόνο. Και ήταν πέρα από οποιεσδήποτε κομματικές και πολιτικές σκοπιμότητες. Τα έζησα προσωπικά αυτά και τα καταμαρτυρώ:
«Να μου το θυμάσαι. Εμείς θα έχουμε φύγει προ πολλού απ’ αυτή τη χώρα. Το 1981 θα κλείσουν 1300 χρόνια από την ίδρυση του Πρώτου Βουλγάρικου Κράτους. Τα πανηγύρια τους δε θα χουν προηγούμενο, θα είναι κάτι παραπάνω από τους Ολυμπιακούς του Μονάχου».
«Τι λες, ρε;» του είπα. «Μάλλον δεν τους χωνεύεις εσύ...»
«Αγαπώ τους Βούλγαρους. Είναι ό,τι καλύτερο συναντήσαμε στη ζωή μας. Μόνο με τα έξυπνα ανέκδοτά τους μπορούν να κάνουν όλη την υφήλιο να γελά. Μπορούν μ’ αυτά να ανατρέψουν το σ...!» Δεν πρόφερε τη λέξη. Η οποία μπορεί να παρέπεμπε στο «σύστημα», στον «σύντροφο», τον Ένα Σύντροφο, εννοείται, ή και στο σχετλιαστικό «Σσς!...».
«Ε, τότε;»
«Μιλώ για το σ... Επειδή βλέπουν τις αδυναμίες του, πιάνονται από την παραμικρή επιτυχία και κάμνουν τον ψύλλο κάμηλο».
Μου είχε εμπιστοσύνη, μιας που, όπως κι εκείνος, δεν ήμουν κομματικός υπότροφος.
«Και τι είναι ‘ο ψύλλος’ στην περίπτωση, δεν μου λες; Τα 1300 χρόνια; Λίγο τα ‘χεις εσύ;» Όσο τον τσιγκλούσα άλλο τόσο αυτός ξεφούρνιζε διάφορα.
«Μιλώ για την ασυμμετρία των πραγμάτων στα οποία καταφεύγουν».
«Εσύ οπτασιάζεσαι διάφορα!» του είπα. Δεν του αποκάλυψα πως κρυφά τον φωνάζουμε peculiar man και γελούμε.
«Μη γελάς!... Κατάγραψε αυτό που θα σου πω: Θα καλέσουν εδώ κόσμο από όλα τα ανεξάρτητα κράτη του κόσμου. 1300 άτομα, για να συμβολίζουν τα 1300 χρόνια!»
«Τώρα, σίγουρα λες μαλακίες, peculiar man! Καθαρές μαλακίες! Γι’ αυτό και σε είπα με το παρατσούκλι που σε φωνάζουν όλοι κρυφά πίσω απ’ την πλάτη σου».
«Το ξέρω», είπε και γέλασε. «Αυτό δεν με χαλάει. Και η Πυθία ήταν peculiar woman... Και μάλιστα το ήξερα πριν από σας ότι θα μου κολλήσετε το peculiar man. Από την πρώτη στιγμή που άκουσα το δίσκο!»
«Μα τελικά, είσαι μεγάλο ψώνιο», του είπα, «καταλαβαίνεις;»
Ανησύχησα για λόγου του. Τότε μας ήταν άγνωστο αυτό το «την είδε». Την είχε δει όμως ο μπαγάσας, άσχημα μάλιστα, πολύ.
«Ξέρεις ακόμη τι έχω δει;» συνεχίζει απτόητος, στα σοβαρά. «Κάποτε κιόλας βλέπω κι εσένα στην αντιπροσωπεία. Γράφεις ποιήματα, διηγήματα, μεταφράζεις. Μετάφρασες κι εκείνο το ποίημα του Χρίστο Μπότεφ* για τον Χατζηδημήτερ*... Τίποτε μην αποκλείεις. Μέχρι τότε μπορεί και να είσαι κάτι παραπάνω από σήμερα...Θα ‘ναι άνοιξη, με ανθισμένα τα παρτέρια, όπως μόνο οι Βούλγαροι ξέρουν να διακοσμούν. Κι εσύ θα κορδώνεσαι ανάμεσά τους σαν επίσημος... Η Τέχνη, ξέρεις, αναδεικνύει το σύστημα...» Κι αφού έξυσε το κούτελο συμπλήρωσε: «Είναι και το άλλοθί τους!».
Τι ήθελε να πει δεν κατάλαβα. Επιβεβαίωνε μόνο τη γενικότερη άποψη πως ήταν ένας ψευδοφιλόσοφος. Αν τον άφηνα θα συνέχιζε να περιγράφει κατεβατά σκηνών ...απείρου κάλλους, μέχρι το βράδυ. Μπορεί και να με δούλευε. Μέτρησα όμως στα πρόχειρα, κολακευμένος, υπολείπονταν άλλα οκτώ χρόνια μέχρι την επέτειο.
«Ρε, Βάνκα, με ισοπεδώνεις», του είπα, «αυτά που λες είναι επικίνδυνα!». Ανησύχησα ξανά. Για το μυαλό του, δηλαδή. Όμως δεν είπα τίποτε, άλλαξα ρότα. «Αν πεις άλλη μια κοτσάνα για το σύστημα, θα σε κλείσουν μέσα. Διάβασες το ‘Θάλαμο 8’, του Τσέχοφ;».
Εκείνος τίποτε. Ο νους του είχε κολλήσει σ’ εκείνο το «Βάνκα».
«Τι είναι αυτό το Βάνκα;»
Του εξήγησα. Ο τρόπος που το ρωτούσε ήταν σαν να ‘χε κατά νου το λυχνάρι του Αλαντίν. Μέχρι τότε δεν είχε χαμπάρι για την τυφλή προφήτισσα.
Μετά από λίγο καιρό άκουσα πως πήγε να τη βρει. Ανέβηκε μονάχος στο τρένο και σάλταρε, κατά Πετρίτσι μεριά. Πριν μπει όμως στο ιερό της τον μπαγλάρωσε η μιλίτσια*, τον κουβάλησε πίσω στη Σόφια και τον ανέκρινε μέχρι πρωίας. Δεν έβγαλε άχνα σε κανένα μας. Το μάθαμε πολύ αργότερα από ένα τσεγγέ* που ήταν φίλος, υπεύθυνος ευημερίας των ξένων στη Σχολή και μας κατασκόπευε. Για το τελευταίο μας πληροφόρησε ο δεύτερος τρελός, ο φίλος μου, που είχαν μαζί παρτίδες με τα μπλουζάκια.
«Πού τα στηρίζεις όλ’ αυτά;» του είπα. «Πού τα βλέπεις;»
Εννοούσα τις τρελές αυτοπεποιθήσεις του για ερχομό μου τάχα με επίσημες αντιπροσωπείες κλπ. Τσίμπησα, δηλαδή, κάπως, κι ας μην το παραδεχόμουν.
«Απλώς πρόκειται για λογικά πράγματα. Εσύ έχεις αυτό το ‘χούι’* να γράφεις».
«Μα τι λες; Το να γράφει κανείς ‘χούι’ το λες εσύ;»
Κείνη την ώρα οι δυο κοπέλες που κάθονταν δίπλα αρπάχτηκαν από τον ανισόρροπο διάλογό μας. Μια όμορφη, μια άσχημη. Εκείνου θα πρέπει από ώρα να του γυάλισε η άσχημη. Μας κοίταξαν παράξενα, μετά άρχισαν τα γέλια. Λες να καταλάβαιναν ελληνικά;
«Βεβαίως κι είναι ‘χούι!’. Δεν είναι ‘χούι’ το να γράφεις; ‘Χούι’ είναι!.... Οι πιο μεγάλοι στοχαστές της ανθρωπότητας, ο Σωκράτης και ο Χριστός, δεν έγραψαν ποτέ μιαν αράδα. Επειδή δεν είχαν αυτό το ‘χούι’!»
«Κακό του εαυτού τους έκαναν, που δεν είχαν το ‘χούι’. Γιατί χρειάστηκε να γράψουν άλλοι για λόγου τους. Κι έγραψαν ό,τι ήθελαν. Τον ένα τον έβγαλαν πούστη, τον άλλον αγαθιάρη...»
«Κι εσύ απ’ αυτό το ‘χούι’ θα την πάθεις!», είπε ξάφνου, σχεδόν εκδικητικά.
Πριν προλάβω να τον ρωτήσω τι ακριβώς προέβλεπε να πάθω, οι δυο κοπέλες σταμάτησαν να γελάν. Μας πλησίασαν.
«Μα δεν καταλαβαίνετε πόσο άκομψο είναι να μας πειράζετε μ’ αυτό τον τρόπο;» λέει η όμορφη.
«Από πού είστε;» λέει η άσχημη. «Αράπηδες, μάλλον!» απάντησε μόνη της, σύνοφρυς και θυμωμένη.
Ο peculiar man γύρισε προς την άσχημη κι άρχισε, θιγμένος από το «άραβες», να της αραδιάζει διάφορα σε γλώσσα που την έσπαζε κι άλλο η οργή του. Ακουγότανε γελοία. Μπέρδευε τις λέξεις, επαναλάμβανε, λόγου χάρη, «πρεσταβί, πρεσταβί!», «φαντάσου» δηλαδή, ενώ αυτός ήθελε να πει «πρεστανί», δηλαδή, «Σταμάτα! Κόψ’ το!»
Εγώ πήρα από δίπλα την όμορφη και τη ρώτησα ευγενικά, πρώτα γιατί γέλασαν και μετά γιατί θύμωσαν. Κατάλαβε πως ήμασταν αθώοι... Κι αμέσως πήρε στην άκρη την άσχημη και της εξήγησε ότι ουκ οίδαμε τι λέμε, δεν εννοούμε αυτά που λέμε...
Προσπαθήσαμε να τις κρατήσουμε, επιμένοντας εγώ να εξηγώ πως σ’ εμάς η λέξη «χούι» σήμαινε απλώς ελάττωμα... Στα τούρκικα κι από πάνω. «Ενώ σ’ εσάς είναι... προσόν!»
Εκεί κατέληξα. Για να καταλάβω αμέσως πως όσο μιλούσαμε δυσχεραίναμε πιο πολύ τη θέση μας. Μας αποχαιρέτισαν φιλικά. Δεν ήθελαν μάλλον να έχουν πάρε δώσε με τύπους που δεν ήξεραν καν τη λέξη που καθόριζε το φύλο τους...
«Το σ... θα καταρρεύσει πριν τελειώσει ο αιώνας μας!», είπε απότομα και καταληκτικά ο peculiar man.
Ένα αόρατο χέρι εκείνη τη στιγμή με έσπρωξε απότομα να απομακρυνθώ από κοντά του. Ήταν ένας επικίνδυνος τρελός.
Το 1981, άνοιξη, ως προείπε, συμμετείχα σε μια αντιπροσωπεία από την Κύπρο για τους εορτασμούς των 1300 χρόνων από την ίδρυση του Πρώτου Βουλγάρικου Κράτους. Κατάλαβα πως ήμασταν όλοι άνθρωποι των γραμμάτων και της διανόησης. 1300 τον αριθμό από όλο τον κόσμο. Ακόμη κι από τη Νότιο Κορέα, τη Νότιο Αφρική και τη Νότια Κίνα, (Φορμόζα, δηλαδή), που δεν ήταν χώρες φιλικές. Υπέθεσα πως οι εορτασμοί είχαν λάβει χώρα και σε πολιτικό επίπεδο με ανάλογη ή και με μεγαλύτερη λαμπρότητα και πιθανώς και σε άλλα επίπεδα..
Ένιωθα πολύ κολακευμένος, όπως κι ένας συμπαθής ηγούμενος με διδακτορικό στη βυζαντινή μουσική. Τον τελευταίο αυτόν τον φάγανε οι δικοί του άμα τη επιστροφή του, επειδή ήταν αρκετά μορφωμένος για να τον αντέξουν. Του κόλλησαν, θυμάμαι, και μια ρετσινιά για κάποια ερωμένη, λες κι αυτοί ήταν ανέραστοι. Εκτός κι αν είχαν ερωμένους αυτοί.
Μου φαίνεται ωστόσο πως θα επιβαρύνω τον αφηγηματικό άξονα αν κάτσω να πω και για τα υπόλοιπα μέλη της αντιπροσωπείας. Ή για το πρόγραμμα του συνεδρίου. Τίποτε απ’ όλ’ αυτά, προκειμένου να φτάσουμε στο στόχο της αφήγησης.
Μια εκδρομή την τελευταία μέρα στο ξακουστό κι υπέροχο Μοναστήρι της Ρίλας. Που κρυβόταν στις κορφές και τα βάθη του ομώνυμου βουνού, κάτω από τις ονομαστές εφτά λίμνες και ζωσμένο στις διάσημες τοιχογραφίες του.
Φοιτητής ακόμη είχα πάει εκεί κι έφερα επί σκοπού τον Άγιο Ιωάννη Ρίλσκι στον θρησκόληπτο πατέρα μου, με την ελπίδα να ξεχάσει μέρος από την αμαρτία μου. Μιαν αμαρτία μου, που ξέραμε μόνοι οι δυο μας. Αν και πάλι συνειδητοποιώ πως σπάζω τον άξονα, κάτι από μέσα με πειράζει να πω ότι τότε δεν του είχε κάνει ιδιαίτερη ευχαρίστηση να του κουβαλώ έναν άγνωστο, ξενομερίτη άγιο, Σλάβο κι από πάνω. Εντούτοις, τις τελευταίες ώρες της ζωής του έτυχε να τον δω δίπλα στο προσκέφαλό του. Στιγμές στιγμές πετούσε από πάνω, με κάτι σαν χιονισμένες φτερούγες, ψέλλιζε ο πατέρας, και του χαμογελούσε.
Αργότερα η εικόνα εξαφανίστηκε αφού, προφανώς, κάποιο από τα πάμπολλα αδέρφια μας θα τη θεώρησε κάτι σαν κειμήλιο κάποιας αξίας. Ιδιαίτερα σαν διαδόθηκε πως ο άγιος είχε κάνει τον μελλοθάνατο να χαμογελά πριν παραδώσει την ψυχή του.
Σ’ εμένα πάντως κατέδειξε, ο άγιος αυτός, πως είμαι ένας λαίμαργος και παμφάγος των απολαύσεων. Ιδίως με την ομορφιά και το πιοτό. Και με τιμώρησε. Όντως κάποτε παραφέρομαι σκυλίσια. Χωρίς, εννοείται, να είμαι Σάτυρος ή Διόνυσος.
Είχα ρουφήξει με την παρέα δυο τρία ποτήρια ρακί. Μπορεί και τέσσερα. Οι Βούλγαροι έχουν το καλύτερο ρακί του κόσμου και τις αντίστοιχες σαλάτες για το κάθε είδος. Για να καταλάβεις, όποιο αμάρτημα και τιμωρία απεικονίζεται στις τοιχογραφίες του Μοναστηριού, παραγράφεται με το πρώτο ρακί. Αποσβένεται πάσα αμαρτία, ποιηθείσα και ου ποιηθείσα. Ομολογείς, συνειδητά ή ασυνείδητα εκείνο το «απεταξάμην» τον σατανά!
Η λαιμαργία όμως με ακολουθεί μέχρις εσχάτων. Δεν με φτάνει ποτέ το αποκορύφωμα, ό,τι και να ‘ν αυτό. Θέλω πάντα να στοιβάξω κάτι ακόμη από πάνω. Μιαν ωραία, ξανθιά και κρύα μπίρα. Που στάθηκε όμως μοιραία, στο παραπέρα ταξίδι μου. Πλήγμα στις τιμές που μου αποδίδονταν, έστω μαζικά μέσα σ’ ένα τσούρμο επισημότητας.
Δίπλα μου στο λεωφορείο είχε κάτσει μια νεαρή κυρία. κοντά «μις», όπως αυτές για τις οποίες έγινε ήδη λόγος. Με ακολούθησε ή την ακολούθησα μαζί με τα ρακί και την μπίρα. Είχανε πει να περάσουμε όλοι στα λεωφορεία. Φάνηκα τυχερός ως προς την πρώτη μου λαιμαργία. Μια «μις» να κάθεται δίπλα μου, ελαφρά ζαλισμένη κι αυτή από το ρακί. Μα και από εμένα πιθανώς... Η αυξημένη, υποθέτω, οξυδέρκειά μου, και γιατί όχι, η πνευματική άλως, η κοκκινωπή αύρα από το ρακί, θα πρέπει να είχαν παραλύσει τις αντιστάσεις της. Δεν ξέρω πώς και γιατί έτρεξε στη γλώσσα μου εκείνη η αστεία ιστορία με το «χούι» πριν οκτώ με δέκα χρόνια. Α, ναι, θυμάμαι: Αυτή στο τραπέζι είχε ζητήσει μια κόλα. Μια σκέτη κόκα κόλα. Το γκαρσόνι αργοπορούσε, όπως όλα τα οκνά γκαρσόνια του σοσιαλισμού. Οπότε μπήκα στη μέση εγώ: «Μια ‘γκόλα’, παρακαλώ», οπότε γέλια, κακό. Η ‘γκόλα’ δεν ερχόταν με τίποτε. Μόνο χαχανητά, μέσα από τα οποία μου εξηγήθηκε πως άλλο «κόλα» κι άλλο «γκόλα», που σημαίνει «γυμνή». Όλοι ξέρουν πως εμείς οι Κύπριοι συχνά μπροστά από το «κ» κολλάμε κι ένα «γ», μπροστά από το «τ» ένα «ν» και μπροστά στο «π» ένα «μ», οπότε γίνεται «μπ», ή και το ανάποδο, σαν πούμε να βάλουμε τα δυνατά μας.... (Ένας προφέσαρος, φέρ’ ειπείν, τότε που μάθαινε ακόμη την προφεσική, είχε διορθώσει στο Ευρετήριο Απάντων Παλαμά που είχαν κάνει δυο άλλοι τότε φίλοι του, όλα τα γαλλικά Grèce, δηλαδή Ελλάδα, σε Crèce: ο ένας φίλος του, που ήταν και δάσκαλός του, δεν κρατιόταν από τα γέλια! Αμ’ το άλλο του; Με το «τιούτι φρίι», πούστηδες περάστε; Άσ’ το όμως αυτό). Για τον ίδιο λόγο, τους είπα, για τη λέξη περίπτερο προτιμώ να λέω «παβιλιόν» αντί «μπούτκα», μην ακουστεί σαν «πούτκα» που θα πει αιδοίο. Χα, χα, χα. Κάποιοι βέβαια θα πρέπει να γελούσαν κι από κομματικό καθήκον ή ευγένεια προς τους φιλοξενουμένους.
Οι επιδερμίδες μας πρώτες συγκατένευαν. Τα χέρια μας στο τσακ να πραγματώσουν την πρώτη επαφή τών σε ευφορία προσδοκιών μας. Είπαμε διάφορα εντυπωσιακά και οξυδερκή του έρωτα και του πιοτού. Ο φωτισμός στο λεωφορείο ήταν χαμηλός, όπως του αεροπλάνου κατά την απογείωση. Τα χέρια μας αγγίζονταν, μια από λάθος μια από έλξη που δεν ελέγχαμε. Τα χείλη μας μόνο περίμεναν ακόμη τα φωτεινά σήματα να σβήσουν...
Κατηφορίζαμε ακόμη την παραποτάμια ρεματιά από το βουνό Ρίλα προς την κύρια αρτηρία όταν ένιωσα ένα νυγμό στην ουρήθρα. Κατάλαβα πως έχανα την ομορφιά της κοιλάδας, κάτι δεν πήγαινε καλά. Το ίδιο και η ομορφιά της γυναίκας δίπλα μου, που περνούσε αίφνης σ’ ένα δεύτερο, νευρικό πλάνο. Η τρυφερότητα της στιγμής ξεθώριαζε από μιαν άλλη, δόλια παρουσία. Κι όσο και να μη θέλω να επανεισάξω στη διήγηση αυτό τον κερατά τον peculiar, εκείνη η καταραμένη ρήση του μου τριβέλισε απρόσκλητα το μυαλό:
«Κι εσύ απ’ αυτό το ‘χούι’ θα την πάθεις»...
Κάθε στροφή, που θα έπρεπε να τη χαιρόμουνα μιας και η γυναίκα έπεφτε πάνω μου κι εγώ απάνω της, ξαναγινόταν προειδοποίηση μαρτυρίου. Ενός εξευτελισμού, που μαζί με τον πόνο αποτελούν τα δυο αδιαμφισβήτητα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του μαρτυρίου. Χωρίς αυτά, τον εξευτελισμό και τον πόνο, δεν θα υπήρχε μαρτύριο επί γης κι επομένως ούτε μάρτυρες. Ούτε και ήρωες: της πατρίδος, της πίστεως ή των κάθε λογής κατεργαρέων. Διέθετα ακόμη ικμάδα δυνάμεων για αμπελοφιλοσοφίες. Το ρακί θα πρέπει να δούλευε ακόμη. Τι με περίμενε όμως;.... Και η πατρίδα θα έχανε τη σημασία της, μιας και δεν θα είχε για θεμέλιο ήρωες και μάρτυρες. Αν και θυμόμουν ακόμη, και του έκανα χρήση μπροστά στη ξαναμμένη νεαρή γυναίκα, πως οι ήρωες είναι και λίγο βλάκες, κατά τον δικό τους Πέντσιο Σλαβέικοφ*. Με διόρθωσε πως ο συγγραφέας αναφέρεται μάλλον στους πατριώτες αντί στους ήρωες. Παρόλο που μια τέτοια ρήση, το Σύστημα θα φρόντιζε να την καταχωνιάσει. Της άρεσε πάντως εξαιρετικά, έστω και παραμορφωμένη όπως τη θυμόμουν. Μόνο που δε με φίλησε.
Μα εγώ τι ν’ ανταποδώσω; Σ’ όλο το κορμί μου σοβούσε μια δυσφορία. Ένα τιποτένιο «χούι» με απειλούσε με εξαφάνιση. Η κοπέλα ένιωθε τη σταδιακή παγωμάρα μου και νόμιζε πως είχε διαπράξει κάποιο μοιραίο λάθος, το να προχωρεί πιο γρήγορα απ’ ό,τι απαιτούσε το πρωτόκολλο. Με θεώρησε, μάλλον, προϊόν μιας πιο συντηρητικής διαπαιδαγώγησης. Κι εγώ την άφησα να το πιστεύει. Καλύτερα αυτό παρά ο,τιδήποτε άλλο. Τι να έκανα, τι να της έλεγα. Να της ομολογούσα απεριφράστως πως ναι, απ’ εδώ και μπρος θα μιλάμε για την ουρήθρα μου; Για την κύστη μου; Για το «χούι» μου, να χαρείς, σαν εργαλείο κατουρήματος; Δεν μπορούσα να χωνέψω αυτή την εξευτελιστική ανατροπή. Από τη μια στιγμή στην άλλη το ωραίο να διολισθαίνει στο πιο χυδαίο.
Μόλις είχαμε μπει στον κύριο δρόμο. 150 χιλιόμετρα μέχρι τη Σόφια και της είπα το πρόβλημά μου.. Έδειξε αμέσως κατανόηση και με συμβούλεψε να πάω να το πω στην υπεύθυνη του λεωφορείου. Η οποία και ήταν μια από τις συνοδούς μας, άγγελος φύλακάς μας όλες τις μέρες. Μας εξασφάλιζε και του πουλιού το γάλα, φτάνει να το ζητούσαμε. Μια μηχανή δούλευε ακαταπαύστως, παράγοντας για μας ευημερία και έπαρση. Όμως εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο μηχανισμός είχε μπλοκάρει.
«Δεν μπορώ να κάνω τίποτε» είπε η μέχρι πρότινος προστάτιδά μας. «Παρακαλέστε τον οδηγό», είπε, «δεν μπορώ να επέμβω, είναι θέματα ασφάλειας, βλέπετε».
Τότε ένιωσα την πρώτη σταγόνα να στάζει στο βρακί μου. Εντάξει, εγώ τουλάχιστον, ήξερα και την γλώσσα. Αν ήταν, για παράδειγμα, ο χοντρός Καναδός παραδίπλα; Μίλησα στον οδηγό.
«Ούτε να το σκεφτείς», μου είπε, χωρίς να τηρεί καν το πρόσχημα του πληθυντικού.
«Το ‘χούι’ μου» σκέφτηκα «καταραμένε peculiar man, μ’ έχει φέρει σ’ αυτό το κατάντημα». Να μου μιλά στον ενικό ο πρώτος τυχών σοφέρ λεωφορείου.
Προς στιγμή σκέφτηκα να του μιλήσω στ’ αγγλικά. Όλοι εδώ σέβονται ό,τι δεν λέγεται στη γλώσσα τους. Απομακρύνθηκα. Πήγα πίσω στη θέση μου.
«Καλή ιδέα», μου είπε η κοπέλα. «Αυτός, ούτε που θα σε πρόσεξε. Πήγαινε και μίλα του στ’ αγγλικά».
Έτρεφα πλέον ακατάσχετο μίσος για το πέος μου. Εγώ σε προόριζα «για τα ωραία και τα μεγάλα έργα...» έλεγε κι ο ποιητής, κι εσύ ασχολείσαι με τα πιο ευτελή... Ενώ όμως μονολογούσα βλακείες, ακόμη μια σταγόνα μου διέφυγε.
Ξαναπήγα μπροστά. Μήτε αγγλικά μήτε γαλλικά. Στα πιο βάρβαρα βουλγάρικα, σαν χαμάλης, του πετάω στα μούτρα: «Ή σταματάς αμέσως ή τη βγάζω έξω και κατουρώ μπροστά σε όλους».
«Κάνε το!» μου λέει.
Συνειδητοποίησα πάραυτα πως ένας σοφέρ επιφορτισμένος άνωθεν αναλάμβανε εξουσία πιο ισχυρή κι από μεσαίο στέλεχος της «Τάινα Σλιούζμπα», της Μυστικής Υπηρεσίας. Ανάγκη, συνεπώς, να περάσω σε εξευμενιστική προσέγγιση. Πράγμα που έφερε αμέσως αποτέλεσμα. Μου εξήγησε πως το λεωφορείο μας αποτελούσε φάλαγγα από οκτώ λεωφορεία και εμείς ήμασταν το πέμπτο στη σειρά. Δεν μπορούμε να σταματήσουμε. Είμαστε υπό αστυνομική φρούρηση. «Εκτός κι αν ειδοποιήσουμε την αστυνομία μπροστά».
Τον παρακάλεσα κι εγώ αλλά και η υπεύθυνη του γκρουπ, η οποία, μόλις κατάλαβε πως δεν θα μπορούσε πια να κατηγορηθεί για κάποια προβοκάτσια, έγινε κι αυτή συμμέτοχη. Την ευθύνη, κατά κάποιο τρόπο, την είχε αναλάβει, ο οδηγός.
Ο δρόμος ήταν στενός, αν και ήταν αυτός που οδηγούσε προς τα ελληνικά σύνορα και τη γιαγιά Βάνκα. Κάθε φορά που δοκίμαζε να προσπεράσει, όλο και κάποιο αυτοκίνητο από απέναντι μας έκοβε. Μια φορά μάλιστα αιτία ήταν ένα «τραπάντ*», μικροσκοπικό και ανάξιο, σαν χειράμαξα.
«Πηγαίνετε πίσω!» μου είπε τώρα στον πληθυντικό. «Θα κάνω ό,τι μπορώ. Μόλις προσεγγίσουμε τη μιλίτσια θα τους ειδοποιήσω με τα φώτα να σταματήσουμε».
Πήγα πίσω. Είπα στην κοπελιά τα καθέκαστα. Ιδρώνοντας. Εκείνη με άκουγε με πραγματική αγωνία κι αυτό για μένα ήταν μαχαιριά. Της έλεγα λεπτομερώς τα σχέδιά μου, πώς θα κατουρήσω, πώς θα ανακουφιστώ μόλις ανοίξουν οι πόρτες. Με καταλάβαινε. Μετά ένιωθα ντροπή και σιωπούσα. Όλη η αίγλη μου συγκεντρωνόταν πια σ’ εκείνη την πέμπτη ή έκτη σταγόνα που έκαιγε το εσώρουχό μου σαν οξύ.
«Καταραμένε», του έλεγα, «αυτός είναι ο ρόλος σου, αυτός είναι ο προορισμός σου;»
«Προσπεράσαμε ένα λεωφορείο», είπε η κοπέλα χαρούμενη.
Δεν χαιρόμουν πια. Μόλις που συγκρατούσα το θυμό μου και την έβδομη σταγόνα. Ήθελα να της εξηγήσω πως η δέκατη σταγόνα είναι συνήθως αυτή που οδηγεί στην ακατάπαυστη ροή, αυτή που δεν λογαριάζει συμβάσεις... Σε αποτελειώνει.
«Προσπεράσαμε ακόμη ένα», είπε πάλι η κοπέλα.
Ούτε που την άκουγα. Με το χέρι μου προσπαθούσα να ασκήσω βία πάνω στο πουλί μου. Όπως αν είχα ένα σπάγκο θα προσπαθούσα να το δέσω, σαν να φυλάκιζα τον εαυτό μου συμπυκνωμένο σ’ αυτό το ελάχιστο μέρος του σώματός μου... Όγδοη σταγόνα.
«Ακόμη ένα!»
Ούτε που την άκουγα. Ούτε την κοιτούσα. Κι αν την κοιτούσα, θα ήταν πια με μίσος. Αφού ήταν μάρτυρας της πιο αποτρόπαιας ταπείνωσης. Είχε παρακολουθήσει καρέ καρέ, καθώς λεν οι κινηματογραφιστές, την άνοδο και την πτώση μου, την παμφάγα αλαζονεία μου στην κραταιά «ομορφιά» της, την παιγνιώδη στύση μου και τον μαρασμό, την πλήρη υποδούλωση στο πιο ευτελές, που κατοικεί εκεί δίπλα ανυποψίαστα. Ακόμη λίγο και θα χεζόμουν, επειδή αυτά τα δυο αντανακλαστικά απέχουν μεταξύ τους λιγότερο από μια αγγλική ίντσα.
«Ακόμη ένα!» φώναξε και μου άρπαξε το χέρι. Το χέρι που περιστασιακά εκείνη τη στιγμή παρίστανε τη στρόφιγγα και που λίγο έλειψε να την αφήσει ν’ ανοίξει. Ακολούθησε μια μεγάλη σταγόνα. Σα μικρή ριπή. Ούτε που την κοίταξα. Έφταιγε κι αυτή.
Πήγα μπροστά. Να κάνω κάτι, να μην παραδοθώ. Ο οδηγός αναβόσβηνε τα φώτα στο αστυνομικό αυτοκίνητο. Κάθε κίνηση φωτός άναβε μέσα μου τη νοσταλγία τού να κατουράς στον ύπνο σου. Χουνέρια παιδικά που τα πλήρωσα ακριβά. Με φίδια εφιάλτες που ακόμη με δαγκώνουν.
«Κύριε!» του λέω, παρακαλεστικά. Είχε ν’ ακούσει αυτή τη λέξη από τα παιδικά του χρόνια. Πριν απαγορευτεί. «Σταματήστε, θα σταματήσουν κι αυτοί!».
Τότε είδα από το αυτοκίνητο της μιλίτσια να προβάλλει το φωτεινό γλομπάκι, που έδειχνε στον οδηγό μας να σταματήσει, επειγόντως μάλιστα. Στο χαμηλό σκαλί δίπλα από τον οδηγό διένυα τη δέκατη σταγόνα.
Η ριπή μου εκσφενδονίστηκε πάνω στην πόρτα κι αμέσως στο χωράφι, μαζί με τις ριπές πολλών άλλων από τα οκτώ λεωφορεία. Είχαμε περάσει την πόλη Πέρνικ. Κάτω από τα πόδια μας φωτιζόταν η Σόφια. Είχαμε όμως δρόμο, καμιά τριανταριά χιλιόμετρα. Αιώνες ταξιδιού που ξαφνικά γίνανε στιγμούλες.
Πήγα πίσω στο κάθισμά μου. Έμοιαζα με δαρμένο σκυλί. Το ένιωθα στους μυς του προσώπου μου. Η κοπέλα με κοίταξε μια δυο φορές με κατανόηση και συμπάθεια, χωρίς να μιλήσει.
Ο peculiar ζούσε σε άλλη πόλη και με την επιστροφή μου λογάριαζα να πάω να τον βρω. Να του πω πως ό,τι προείπε κάποτε βγήκε αληθινό. Ανέβαλλα συνεχώς. Μπορεί να πέρασαν και δυο χρόνια όταν το αποφάσισα. Δεν πρόλαβα, αφού είχε στο μεταξύ προδοθεί από την καρδιά του. Ύπουλα, στα τριάντα πέντε του χρόνια. Στη δυναμική αφετηρία, μην πω στο απόγειο μιας καριέρας αλλοπρόσαλλης. Από τα ιατρικά επαγγέλματα που ήταν οι βασικές σπουδές μας αυτός είχε γρήγορα μετατοπιστεί στην Ομοιοπαθητική, τις προφητείες και την ανάκληση πνευμάτων. Τα κατάφερνε, κερδίζοντας λεφτά και φήμη, σπαταλώντας όμως τεράστιες ψυχικές και σωματικές δυνάμεις...
μιλίτσια: αστυνομία. Δεν χρησιμοποιούνταν ο όρος «πολίτσια» (police), που θύμιζε την αστυνομία του καπιταλισμού και της Δύσης
Πέντσιο Σλαβέικοφ: βούλγαρος συμβολιστής ποιητής (1866-1912)
Πέμπτη 23 Σεπτεμβρίου 2010
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου