Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2009

Επτά ραβδισμοί δι’ ελαφριάς καλάμου.

Στο Σωτήρη Άρνο


Μόλις επέστρεψα από το σχολείο. Είχε σουρουπώσει. Η μάνα μού έβαλε κάτι ψιλά στο χέρι και μου ‘πε να πάω μέχρι το Παντοπωλείο να φέρω φασόλια και τρία φύλλα σέλινο.
«Έκλεισαν», της λέω. Η αλήθεια ήταν πως βαριόμουν. Στο σχολείο μιλούσαμε για άλλα σχέδια. Αύριο θα κάναμε διαδήλωση.
«Δεν έκλεισαν. Πήγαινε. Κι αν κλείσουν μέχρι να πάεις, χτύπα την πόρτα. Δίπλα κάθονται. Είμαι ο γιος του Σταθμάρχη, θα πεις και θα σ’ ανοίξουν».
«Μανά, γιατί δεν στέλλεις τον Φίλιππο, την Αντιγόνη; Εγώ μόλις ήρθα. Έχω και διάβασμα»
«Την Αντιγόνη μες στα μεσάνυκτα; Καλά, άμα δεν θέλεις, αύριο που θα ‘ρθετε πεινασμένοι, να πάτε δίπλα στη γειτόνισσα να γυρέψετε φαΐ. Γλιτώνω κι εγώ από τον κόπο».
Πήγα. Χτύπησα την πόρτα κι είπα πως είμαι γιος του Λοχία. Μου ζύγισαν μια οκά φασόλια, μου έκοψαν από το μεγάλο σέλινο τρία φύλλα. Μέτρησα τα γρόσια και τα ‘δωσα στην κυρία Ανδρομέδα. Τα μέτρησε κι εκείνη.
«Θέλω ακόμα μιαν εικοσάρα», είπε.
Της έδωσα πίσω το ένα φύλλο από το σέλινο. Αυτό το λογαριασμό είχε κάνει το μυαλό μου. Εκείνη μου το έδωσε αμέσως πίσω.
«Ξέχασα πως ο πατέρας σου είναι φυλακή. Πάρ’ το». Μου έδωσε και δυο καρότα, χοντρά όσο και τα δάκτυλά μου. «Πες της μάνας σου πως το καρότο πάει με τα φασόλια».
Το ένα το έφαγα στο δρόμο. Το άλλο χρησίμεψε για να πω της μάνας μου τη συμβουλή της κυρίας Ανδρομέδας.
«΄Εν* καλά που λαλεί», είπε η μάνα μου. Έβαλε τα φασόλια στο νερό να φουσκώσουν. «Μάσσιαλλα* για το χουβαρνταλίκι της», μονολόγησε. Μετά γύρισε σ’ εμένα. «Σαν να άργησες όμως;»
Της εξήγησα δικαιωμένος πως είχαν κλείσει και χρειάστηκε να τη φέρω από δίπλα την κυρία Ανδρομέδα. Δεν είπα πως είχα περάσει μπροστά κι από το σπίτι της Γιασεμίν στον τουρκομαχαλά*. Διάβαζε δίπλα στο παράθυρο. Μπορεί κι εκείνη να με είδε.
Την άλλη μέρα πέρασα πάλι μπροστά από το σπίτι της. Μαζί με το σχολείο. Στη διαδήλωση. Ρίχναμε πέτρες, κάποιοι έσπασαν με πέτρα το τζάμι της Γιασεμίν. Νομίζω πως κι εκείνη με είδε κάποια στιγμή φοβισμένη πίσω από το γυαλί. Ντράπηκα προς στιγμή, όμως πέρασα κι έφυγα. Μπορεί και να μη με είδε. Μπροστά από τα καφενεία σαν περάσαμε μας χειροκρότησαν. Συνεχίσαμε προς τον Αστυνομικό Σταθμό. Εκεί ήταν ένα εγγλέζικο τζιπ. Ρίξαμε ακόμη πιο πολλές πέτρες. Εγώ, ιδιαίτερα. Τους είχα πολύ άχτι. Ο πατέρας κάτι μήνες πριν ήταν Σταθμάρχης και τώρα είναι κρατούμενος. Η μάνα έλεγε πως οι αγωνιστές είχαν πάρει τα όπλα από τις αποθήκες. Η κατηγορία ήταν ότι τα παρέδωσε ο ίδιος στους τρομοκράτες... Την ΕΟΚΑ, δηλαδή.
Το μεσημέρι έξω από σπίτι μας σταμάτησε το λαντρόβερ της Αστυνομίας. Η μάνα μου κατάλαβε. «Φάε», μου κάνει «βάλε κι άλλο ελαιόλαδο, να σε κρατά» Έτρωγα με πιο πολλή όρεξη, όπως είπε η μάνα μου και μέτραγα πόσα κοκκινωπά στίγματα από καρότο υπήρχαν στο πιάτο μου.
Με πήραν για κατάθεση. Κατηγορήθηκα μαζί με άλλους πεντέξι για απρόκλητο λιθοβολισμό οικιών, ρήξη υαλοπινάκων, σπάσιμο τζαμιών δηλαδή και επίθεση κατά περιουσίας της Αυτής Μεγαλειότητος, ήτοι του Αστυνομικού Σταθμού Λευκονοίκου.
Δυο τρεις φορές μας επέδωσαν δικαστική κλίση, όπως ονόμασε εκείνο το μπλε χαρτί ο πιο μεγάλος μας, ο οποίος φοιτούσε στο Γυμνάσιο κι ήξερε κάνα δυο κουκιά αγγλικά. Ακολούθως μας στοίβαζαν, πέντε έξι, σε μια αστυνομική κλούβα και μας μετέφερναν στην Αμμόχωστο για δίκη. Στο δρόμο οι κατηγορούμενοι κοιτάζαμε ο ένας τον άλλο και μόλις που κρύβαμε το γέλιο μας. Δίπλα καθόταν κι ένας χοντρός αστυνομικός που έπαιρνε όσο χώρο κρατούσαμε όλοι οι άλλοι μαζί. Νομίζαμε κιόλας πως έκλανε κάποτε, επειδή μύριζε η όλη κατάσταση, μετά ξεμύριζε, κι αυτό έκανε τα πράγματα πιο ασυγκράτητα ως προς το γέλιο μας. Εκείνος απαντούσε πως η πράξη μας «επισύρει ποινήν φυλακίσεως πολλών ετών, επειδή η Βασίλισσα είναι ιερόν πρόσωπον δια τους Άγγλους». Όμως εμείς ξέραμε πως δεν είχαμε κάνει κάτι εναντίον της Βασίλισσας και δεν τον παίρναμε στα σοβαρά. Ιδίως κυρίως, επειδή ό,τι άλλο έλεγε, εκτός από την καθιερωμένη αυτή φράση, ήταν πολύ χωριάτικο. Στο Δικαστήριο πίσω μας οι δικηγόροι μάς ψιθύριζαν, σαν υποβολείς στο θέατρο που παίζαμε στο σχολείο, αυτά που θα ‘πρεπε να πούμε.
Εγώ, ως νεότερος, ηλικίας 11 ετών, ενός μηνός και 6 ημερών καταδικάστηκα στην «ελαφρότερη των ποινών»: Επτά ραβδισμοί δι’ ελαφριάς καλάμου. Ο πιο μεγάλος, 12 ετών και 1 ημέρας εισέπραξε ποινή δώδεκα ραβδισμών δια χονδρής καλάμου. Η καταδίκη εκτελέστηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Λεύκας, επειδή στο μεταξύ είχαμε οικογενειακώς μετακομίσει στο χωριό μας, στη Γαλάτα. Μιας που ο πατέρας ήταν ακόμη στη φυλακή κι εμείς θα έπρεπε να επιβιώσουμε με κάποιο τρόπο, τουλάχιστο στο σπίτι μας, κοντά στην περιουσία μας. Ήταν μια εκτέλεση καθ’ όλα μεγαλοπρεπής και νόμιμη, τηρουμένων όπως κατάλαβα όλων των κανόνων και του τυπικού. Ο επίσημος ραβδιστής ήταν Άγγλος αξιωματικός, λεπτός, ευθυτενής, ευγενέστατος, και προ παντός χωρίς πάθος.
Όπως και να ‘χει, ήμουν ο νεαρότερος ήρωας της ΕΟΚΑ, έλεγε για χρόνια μετά ο Αστυνόμος Πέρας, ο πατέρας μου, βαυκαλιζόμενος, δηλαδή, για τον γενναίο γιο του.
Κατά την τουρκανταρσία, όπως τη λέγαμε, μαθητής Γυμνασίου πια, διετέλεσα νεροφόρος* στον γενναίο Λόχο των Κοκκινοσκούφηδων. Αλλά μια μέρα, μου φάνηκε πως μέσα από ένα θολό τζάμι είδα πάλι τη Γιασεμί. Μαζί με τους γονείς της είχανε φύγει από τότε από το Λευκόνοικο. Επέστρεψα ξανά πίσω κι είδα πόσο όμορφη ήταν. Είχε ανοίξει λίγο το παράθυρο. Μου ‘πεσαν τα παγούρια από το χέρι. Από τότε δεν ξαναπάτησα στις Ομάδες. Με γύρεψαν κάποιες φορές από το σπίτι, πήρα και μια επιστολή με κόκκινα εμβλήματα, που έλεγε πως θα «προσαγόμουν» σε δίκη επί εγκαταλείψει καθήκοντος, κάποια δίκη, που δεν καθορίστηκε ποτέ.
Η μόνη δίκη που εκκρεμεί είναι αυτή με το μικρότερο γιο μου. Δαρθήκανε προ διετίας με κάτι Τουρκοκύπριους στην Αγγλική Σχολή. Λίγο μετά που είχαν ανοίξει τα οδοφράγματα της κατοχής.
Είναι κάτι που δεν μπορώ να το πιστέψω. Πού απουσίαζα όλα αυτά τα χρόνια;



έν’ – είναι
μάσσιαλλα – επιφώνημα θαυμασμού (τουρκ)
νεροφόρος - νερουλάς
τουρκομαχαλάς – τουρκική συνοικία

from Christos Hadjipapas' blog: www.unsteadystep.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου