Πριν λίγες μέρες είδαμε στο σινεμά την ομώνυμη πιο πάνω γερμανική ταινία. Φαίνεται πως τους Γερμανούς, εξήντα χρόνια μετά, τους πονάει ο φασισμός. Ζει ακόμη στο μεδούλι και του τελευταίου απόγονου η συμφορά από τον αφηνιασμό της τρέλας. Που ταπείνωσε και εξανδραπόδισε την ανθρωπότητα αλλά και την ίδιά τους τη χώρα. Το μέγεθος του ολέθρου αν μετατοπιστεί στα λιλιπούτεια μεγέθη της Κύπρου κατά το ’74 θα μπορούσε να συγκριθεί επί ίσοις όροις σε όνειδος, απαισιότητα, θάνατο, διχασμό και ιστορικές ανατροπές. Και οι δύο τραγωδίες είχαν ως αφετηρία τους την ύβριν. Στην πρώτη ως απόλυτος συγκεντρωτισμός χειραγώγησης της ανθρώπινης σκέψης (φασισμός, απολυταρχία) με παράλληλη υποτίμηση του φυλετικώς Άλλου (ναζισμός). Στη δεύτερη, ως αθεράπευτο αυτοάνοσο νόσημα κατά το οποίο ο οργανισμός (το ανοσοποιητικό του σύστημα) επιτίθεται λυσσωδώς κατά του εαυτού του. Ένοπλη δράση εναντίον πάντων: Άγγλων, Ελλήνων (αριστερών), Τούρκων, ακόμα και (δεξιών) αγωνιστών. Παρεμπιπτόντως τα αυτοάνοσα νοσήματα που αφθονούν στο σημερινό άνθρωπο θεωρούνται κι αυτά ως αποτέλεσμα ύβρεως στην ανθρώπινη δραστηριότητα, όπως οι πυρηνικές δοκιμές, που χαροποιούσαν την αφελή νεότητά μας, η ανεξέλεγκτη χρήση ζιζανιοκτόνων, φυτοφαρμάκων, κτηνιατρικών κ.ά, που καταλήγανε στο σώμα και το DNA του μεγάλου υβριστή. Με τον ίδιο τρόπο είχαμε δράσει κι εμείς, πρώτα φτιάχνοντας μια κολοβή Κυπριακή Δημοκρατία έχοντας δαγκώσει προκαταρκτικά σαν σκορπιοί την ουρά της. Έπειτα μες στην παράνοιά μας την καταργούσαμε παντοιοτρόπως, πλην «ηρωικά», υποτιμώντας τον φυλετικώς Άλλο, παραγνωρίζοντας τις δυνατότητες, ακόμη και τις γεωγραφικές συντεταγμένες. Ύστερα ήρθαν οι Τούρκοι. Και τότε ξεκίνησε ο θρηνητικός έρωτάς μας γι’αυτή.
Και τώρα επί της οθόνης: Μια τάξη τελειόφοιτων νεαρών, αφιονισμένοι από το δάσκαλό τους, σε μια ευγενή δήθεν άμιλλα, ξεπερνούν το μέτρο, περνούν στην ύβρη και την άκριτη αλαζονεία του όχλου. Στο μη παρέκει, στη μη επιστροφή. Kι ακολουθεί η άβυσσος. Όπου συνθλίβονται σπαρακτικά και τελεσίδικα. Προϊούσης της ταινίας όλο και πιο πολύ την παραλλήλιζα με την ταινία που παίζεται γύρω και μέσα μας. Αλαζονεία ηττημένων νικητών μέσα σε θλιβερό πλατσούρισμα λασπόνερου. Εκπηγάζουσα από την παράνοια της περασμένης πενταετίας. Όταν άνοιξαν κι επισήμως οι ασκοί του Αιόλου. Κάποιοι μιλούν πια καθαρά εναντίον της Ομοσπονδίας Δεν έχουμε, λοιπόν, καμιά διάθεση να λύσουμε το Κυπριακό και να ζήσουμε σαν άνθρωποι, σεμνά μέσα στην ξηρασία μας. Υπ’ αυτή κιόλας τη μοναδική και ίσως ανεπανάληπτη πολιτική συγκυρία. Ντοπαρισμένοι ακόμη, Κόμματα της τέως και, φευ, νυν συμπολίτευσης, εθνικοσοσιαλιστές, μεγαλοπαπάδες που... καίουν βιβλία, φασιστοειδή απολειφάδια, που λογάριαζαν εκτός απροόπτου να συστήσουν (αχ!) Μέτωπο Σωτηρίας, διασαλπίζουν τώρα (ακόμη!) πως «δε μας σκιάζει φοβέρα καμιά!».Θα μας κερνούν τα γκαρσόνια στις αυλές της διεθνούς πολιτικής. Αμ’ βέβαια! Οπότε συνεχίζουμε ακάθεκτοι, «πατριωτικά», μέχρι την εγκαθίδρυση μιας αμιγούς και άπεφθης (εξαιρέσει Σριλαγκέζων, Αράπηδων και λοιπών... βδελυγμάτων υπηρετών) Κυπριακής Δημοκρατίας. Κι οι άλλοι απ’ εκεί. Οι συμπατριώτες μας! Οπότε τους πνίγουμε. (Όπως προέβλεπε κάποτε τ’ όνειρο των Ακριτών!) Κλείνουμε σύνορα. Τους αποσπούμε διαβατήρια και ταυτότητες, φράζουμε την είσοδό τους στα νοσοκομεία και στις οικοδομές. Τι ωραίο κι ακόπιαστο δώρο στην Τουρκία! (το ‘χουμε ξαναπαίξει αυτό το φιλμ!) Το English school είναι δικό μας, (θρησκεία, φυλή, εθνικός ύμνος, προσευχή, μηδέ όμως γλώσσα), το ΑΠΟΕΛ επίσης. Τουρκοκύπρια βρέφη δεν περνάν απ’ εδώ, ειδικά σαν έχουμε τις μαύρες μας.
Θέλουμε να δούμε εδώ και τώρα, την άμεση και αποφασιστική αντίδραση της Πολιτείας στα φαινόμενα αυτά. Η οποία ύπνωττε το ’63 -’64, στην πρώτη διχοτόμηση. (Κι όταν δεν ύπνωττε μάλλον συνεργούσε). Η Ιστορία δεν αλλάζει, είπατε, λες κι είναι από γρανίτη, κύριοι. Ανώτατοι πολιτικοί κι εκκλησιαστικοί ταγοί, και κύριοι (κάποιοι) καθηγητές. Η συλλογική μνήμη ξέρει, είπατε. Πώς μπορεί να ξέρει όταν της έχουν αποκρυβεί επιμελώς γεγονότα που σήμερα βοούν μέσα από τα κόκαλα των σκοτωμένων; Η συλλογική μνήμη και συνείδηση δεν μπορεί να είναι αυτή που δεν γνώριζε για τα πηγάδια. Ο Άρης Φακίνος είπε πως «ο δημιουργός είναι αυτός που καταγράφει και δίνει αξία στην πραγματική μνήμη κι όχι ο Ιστορικός». Πόσο μάλλον ο πολιτικός. Κάτι ήξερε. Αν ψάξετε την Κυπριακή Λογοτεχνία θα βρείτε πολλές αλήθειες. Όμως την έχετε καταχωνιασμένη κάτω από τις παχιές κι ανίερες δέλτους της επίσημης Ιστορίας σας. Προχθές βγάλατε αναφυλαξία μ’ ένα διήγημα. Ως συγγραφέας θα πρέπει να συνέβαλα κι εγώ σ’ αυτή την κολοβή συλλογική μνήμη (αν βέβαια κάποιος με διαβάζει, διαβάζει γενικώς, θέλω να πω)... Ομολογώ όμως πως δεν ήξερα για τους «ήρωές» μας, αυτουργούς των πηγαδιών και του χαμένου λεωφορείου στη Λάρνακα. ΄Ο, τι ήξερα σχετικό πάντως το κατέγραψα κι είμαι σίγουρος πως δεν έχουμε μαζί σας την ίδια μνήμη. Ούτε μεριζόμαστε την ίδια Ιστορία. Μη σφετερίζεστε, λοιπόν, τόσο αβασάνιστα τη δική μου μνήμη. Ούτε τη μνήμη ενός αριστερού που η ΕΟΚΑ έφαγε άδικα τον πατέρα του. Επομένως; Υπολειπόμαστε μόνο κάτι κοκκινοσκούφηδες, κάτι μαυροσκούφηδες, για να συμπληρώσουν το πάζελ του τελειωτικού αφανισμού. Έχουμε όμως τους αντίστοιχούς τους, σε σύγχρονη εκδοχή: Μεγαλοεφημερίδες, που μόνο μια κυριακάτική τους έκδοση αντιστοιχεί με την εκκοπή ενός δάσους μα δεν έχουν τίποτε να πουν για την ελπίδα. Μονάχα προμηνύουν κακά, στην όποια κίνηση. Μην κουνηθεί φύλλο. Και κάτι κανάλια ραδιοφωνικά που χαχανίζουν τα πρωινά πανευτυχή με τ’ αδιέξοδά μας, συνδαυλιζόμενα από λογής φαιδρούς τέως και ανερχόμενους πολιτικούς.
Πότε θα ανακοπεί αυτό το κύμα των λευκών πουκαμίσων και της φασιστοειδούς ανεμελιάς;
Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2009
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου