Πέμπτη 23 Σεπτεμβρίου 2010

Η πείνα του κυρίου Ραντέσκου

Για πρώτη φορά έβλεπαν ανθρώπους, σε επίσημο τραπέζι, να τρώνε λυσσασμένα και με τρόπο που θύμιζε σκηνές από στρατόπεδα λιμοκτονούντων. Επρόκειτο για την πολυπληθή αντιπροσωπεία, από δημοσιογράφους και άλλους, που συνόδευε στην Κύπρο, σε ταξίδι φιλίας, τον δημοφιλή δικτάτορά τους Νικολάϊ.
Μετά από μερικά χρόνια που η κατάσταση, όπως όλα έδειχναν, είχε επιδεινωθεί γνωρίσαμε από κοντά τον κ. Ραντέσκου. Καθόμασταν μαζί στο ίδιο τραπέζι. Αυτός κι η γυναίκα του τρώγανε, τρώγανε, ενώ εμείς απολαμβάναμε την αποδοχή της φιλοξενίας μας, αποφεύγοντας για τον εαυτό μας τις υπερβολικές ποσότητες, ειδικά κρέατος, προσέχοντας τα επίπεδα χοληστερίνης στο μολυσμένο αίμα μας. Συζητούσαμε κυρίως μαζί του, παρά με τη σύζυγό του η οποία μασούσε σιωπηλά, χωρίς να πολυγνοιάζεται για το τι λεγόταν γύρω της.
Ανταλλάζαμε σκέψεις γύρω από τη λογοτεχνία μας. κάτι έδειχνε να κατέχει μέσες άκρες, κυρίως μέσα από ένα περιοδικό που του αποστελλόταν κάθε διμηνία δωρεάν. Επίσης, για την εν γένει προσφορά του στη διάδοσή των γραμμάτων μας στη χώρα του και κυρίως τις νέες προοπτικές που διανοίγονταν με την επιτέλους εδώ παρουσία του. Ενώ κουβεντιάζαμε αυτός έτρωγε, σηκώνοντας κάποτε το κεφάλι, αλλά ξανά έσκυβε στο πιάτο του, κάτω από την ανίκητη επιθυμία να φάει.
Κάποτε έριχνε κι ένα κομμάτι στο πιάτο της γυναίκας του παρακινώντάς την, με κάτι σύντομους μεταξύ τους και ακαταλαβίστικους διάλογους. Πάντοτε όμως προσεχτικά. Άναρθρα επιφωνήματα συνόδευαν ωστόσο τις καταπόσεις του και σκουντήματα. Υπό την έννοια πως τρώγοντας αυτή, η τόσο αδύνατη και κοκαλιάρα γυναίκα, θα μάζευε αποθέματα, που δεν αποκλείεται να χρησίμευαν κάποτε σ’ αυτόν. Ψευδαίσθηση! Αφού το σκελετωμένο σώμα της αποκλείεται να εκχωρούσε σε οποιονδήποτε κάτι που είχε άπαξ εισαχθεί στο δικό της και που οι ιστοί του σίγουρα το είχαν αφομοιώσει και ξεχάσει γενικά ως πρώτη ύλη.
Πόσο αναβαθμισμένη θα ήταν ακόμη η συνεισφορά του στην Κυπριακή Λογοτεχνία, τώρα και με τη γραφομηχανή, «θεία δωρεά της Αρχιεπισκοπής Κύπρου», έλεγε με καμάρι. Την κουβαλούσε για άγνωστους λόγους η γυναίκα του και δεν την έχανε ποτέ από τα μάτια της. Τρεις μέρες την κουβαλούσε. Εκείνος κάποτε άνοιγε τη θήκη και την κοιτούσε. Θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να μεταποιηθεί σε κάποιο είδος παραγωγής τροφίμων.
Χρόνια αυτός υπηρετούσε τα ελληνικά γράμματα στην ξένη χώρα που τον είχε καταχωνιάσει μια ατυχής εθνική περιπέτεια. Ψευτοδίδασκε και κάτι ελληνικά, απ’ ό,τι καταλάβαμε στις διαλείψεις των επεξηγήσεών του. Διάφορα άρθρα του δημοσιεύονταν κατά καιρούς σε λογοτεχνικά περιοδικά της χώρας μας. Ειδικά σ’ αυτό της αριστεράς και πουθενά αλλού. Ταυτισμένος για λόγους αυτοσυντήρησης με το καθεστώς της χώρας όπου ζει, δεν μπορούσε να νοήσει την ύπαρξή του εκτός του πλαισίου αυτού. Κι έστελνε ό,τι είχε να πει, αποκλειστικά σ’ αυτό το περιοδικό, για καλό και για κακό.
Κι ήρθε η στιγμή που θα τον τιμούσε η Κυπριακή Πολιτεία. Έτσι το έπαιρνε. Τον είχαν καλέσει σ’ ένα συνέδριο μεταφραστών της Κυπριακής Λογοτεχνίας. Του έστειλαν ένα αεροπορικό εισιτήριο κι όταν αυτός είπε πως θα του ήταν αδύνατο να ταξιδέψει, επειδή η γυναίκα του κλπ, του το διπλασιάσανε, χωρίς δεύτερη σκέψη. Κι άφηνε ένα ρέκασμα ικανοποίησης κάθε που το διηγιότανε.
Μασουλώντας διαπίστωνε πως «ο Δεσπότης σας είναι μεγάλη καρδιά, παιδιά, πεφωτισμένος ιεράρχης. Να τον προσέχετε!». Τον είχε δεχτεί, μαζί και τη γυναίκα του και τους χάρισε, κατόπιν αιτήματός του, την olivetti. Τους κέρασε και κάτι αλμυρά, «απ’ αυτά τα φλαουνάκια, πώς τα λέτε εδώ;» κι ανέσυρε ένα από την τσέπη του και μας το έδειξε. Αμέσως όμως λες και κατάλαβε την γκάφα του, ξαμόλησε κάτι σα μουγκρητό για να τη συγκαλύψει. Νομίζω όμως πως μια φορά που είχε ανοίξει τη θήκη είδα και κάτι τυροπιτάκια ανάμεσα στα πλήκτρα της μηχανής.
Μέσα στη γενική σιτοδεία τους δεν πήγαινε το μυαλό τους στο ό,τι αυτός ο αφώτιστος, όχι μια αλλά χίλιες διακόσες εξήντα τρεις γραφομηχανές μπορούσε να τους είχε χαρίσει... Αφού τότε ήταν η εποχή που αποσύρονταν σαν γριές στον τάφο και τις αντικαθιστούσαν ήδη κάτι νεαρές, τσαχπινούλες, αθόρυβες, ηλεκτρικές μηχανές. Αλλά και αυτές άρχισαν σύντομα να κινούνται με ασταθές βήμα, αφού κάτι άλλα διαβολεμένα αγοροκόριτσα βγαίνανε τώρα δειλά δειλά στην πιάτσα... που τα ‘λεγαν κομπιούτερ και ηλεκτρονικούς υπολογιστές.
Θα μπορούσε επομένως, να του είχε χαρίσει ο αθεόφοβος, μιαν απ’ αυτές τις αθόρυβες ηλεκτρικές μηχανές, με δυο τρεις μαργαρίτες ανταλλακτικά, ελληνικές και λατινικές. Οπότε θα έκανε τον Καθηγητή Ραντέσκου να πλέει σε πελάγη ευτυχίας, σκλάβο του για πάντα, ακόμη και στα επέκεινα. Όπου κάποτε θα ερχόταν η ώρα της κρίσεως, όταν ο Κύριος πιθανότατα θα τον διαβολόστελνε στο πυρ το εξώτερο τον «δικό» μας, για την ασύγγνωστη τσιγγουνιά του. Θα πεταγόταν τότε ο κύριος Ραντέσκου απάνω, αθώος και πένης και μ’ όλη την κατσιβελιά του, θα ζητούσε χάρη, εξαιτίας εκείνης τής θαύμα μηχανής που έσωσε, στο παρά πέντε, τη λογοτεχνία μας από την αδυσώπητη φθορά. Ουαί όμως... Την πάτησε ο «δικός» μας. Κι αν γλίτωνε την πίσσα, θα ‘ταν και πολύ του.
Πού εμείς, βέβαια, να εναντιωθούμε στον καλεσμένο μας. Να υπαινιχθούμε την παροιμιώδη του αντιπνευματικότητα. Εκείνου. Τον θαύμαζε κι αυτό ήταν! Θαυμάζαμε κι εμείς μαζί του, θύματα. Αλλά αυτός θαύμαζε και το κράτος, να πάρει! Που τον είχε καλέσει. Θαύμαζε γενικώς. Κι επαναλάμβανε πως είχαμε κράτος δικαίου, φωτισμένο... Του είχε κάτσει η λέξη: φωτισμένος. Μπορεί από τον ήλιο μας, που του την έδινε κατακούτελα. Εμείς κάτι ξέραμε όμως και δοκιμάζαμε να διακόψουμε το παραλήρημά του. Η προσπάθειά μας έπεφτε βέβαια στο κενό, επειδή ο συνδαιτυμόνας μας συνέχιζε, πιο προσεχτικά μεν πλην ακαταπαύστως, να τρώει. Και πέφτοντας συνεχώς σε ευθυμία νιρβάνας, δεν άφηνε τον εαυτό του ν’ ακούσει.
Δεν μπορούσε να διανοηθεί πως ο Κροίσος μας, με τα μέχρι αισχύνης πλούτη του θα μπορούσε: Να συντηρεί τον κύριο Ραντέσκου και τη γυναίκα του για εικοσιπέντε εκατομμύρια χρόνια, πληρώνοντάς του το καλύτερο ξενοδοχείο στον παράδεισο. Με πισίνες, τζακούζι για τη γυναίκα του και μασέρ ακόμη, προκειμένου να μετάφραζε ένα ποίημα μόνο, κάποιου ποιητή μας, διδάκτορος στα του ορθόδοξου δόγματος και του ιερατείου.
Θα μπορούσε η εκκλησία μας να εγκαθιδρύσει και να συντηρεί εκατόν εξήντα δύο Σχολές ελληνικών σπουδών και να πληρώνει ηγεμονικούς μισθούς, ακόμη πιο ψηλούς από αυτούς του κυπριακού Πανεπιστημίου. Για εξίμισι τουλάχιστον χιλιάδες χρόνια.
Θα μπορούσε να στείλει εκεί ως επισκέπτη καθηγητή τον μέγα γκουρού της Σχολής Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών. Να τους δίδασκε επαξίως την ίντριγκα και τον βυζαντινισμό δωρεάν. Φτάνει να μετέφραζε και ο κύριος Ραντέσκου κάποιο ποίημά του στις παραδουνάβιες ηγεμονίες. Και να του καθάριζε επίσης, ολίγα ψάρια στον Όλτ, παραπόταμο του Δουνάβεως... Για να του ενθυμίζει την ταπείνωση (ως κάθαρση), τις γοερές μέρες της ανέλιξής του...
Θα μπορούσε ακόμη, με τα λεφτά του ο Προκαθήμενος, να του παραχωρήσει μια υποτροφία να κάτσει εδώ, στο Πανεπιστημιακό κατάλυμα της οδού Χρυσαλινιώτισσας, για τριάντα εννέα εξάμηνα, απλώνοντας αρίδα κι αναπαυόμενος στους ερωτικούς κοιτώνες του. Με τον όρο όμως να παρακολουθεί κατά διαστήματα μια θεατρική παράσταση, πάνω σε κείμενα του Βουστρόνιου. Γραμμένο και σκηνοθετημένο από το Μέγα Μάγιστρο της Φιλοσοφικής Σχολής. Και να παίρνει και το σκύλο του για κακά δυο φορές ημερησίως.
Κι ενώ θα μπορούσε να του προσφέρει όλα τούτα, ο Δέσποτας του χάρισε μια μεταχειρισμένη olivetti.

Εμείς βέβαια, ως ουρά σ’ όλα αυτά, λέγαμε μπράβο. Εντυπωσιασμένοι από την αφέλεια και τη λιτότητά του, ξέροντας όμως πως στην καρδιά του είχε κατακαθίσει μια λεπτή στρώση υποψίας.
Πολλοί κατέφταναν ακόμη στην ταβέρνα και του κουβάλαγαν βιβλία. Κάποιοι, αν και στεναχωριόνταν, κάθονταν για ένα ποτό εξοικείωσης. Άλλοι τα ακουμπούσαν απλώς δίπλα στη γραφομηχανή, σα να ήταν αυτή η γραμματέας του. Σ’ όλους έλεγε ένα καλό λόγο. Μερικοί που τον είχαν συναντήσει προφανώς τις προηγούμενες μέρες, ετύγχαναν ειδικής κατάταξης. Με κάποια κριτήρια άγνωστα σ’ εμάς. Άλλους πάλι τους ξεχώριζε, κάνοντάς τους δυο ή τρεις τεμενάδες. Δεν ξέραμε όμως το ζύγι του. Εκφωνούσε λόγια υπερθετικά, αλλά για μερικούς ο υπερθετικός του έμπαζε νερά με έναν ιδιότυπο δικό του τρόπο. Συνέλαβα τότε τον εαυτό μου να είναι κομμάτι καχύποπτος απέναντι στα απέραντα γλυκά του λόγια. Οι τελευταίοι πελάτες τού φόρτωναν δυο τρία βιβλία, χωρίς τίποτε άλλο, αναλώσιμο: υγρό ή στερεό. Οι ηλίθιοι! Στη χώρα του θα πρέπει να διανέμανε ακόμα την επιβίωση με το δελτίο, όπως τον καιρό του μέγα Ηγεμόνα τους, που υμνήθηκε μέσα από ποιήματα όσο κανείς, για τον εξαιρετικά δίκαιο τρόπο διανομής. Και που αν χανόσουν τότε κάποια στιγμή μέσα στα ραδιοκύματα και τη βαβυλωνία των φωνών, θα άκουγες τους στιχουργούς του να απαγγέλνουν στομφωδώς:

Ταρατάμ ταραταμόμ, ταρατούμ
ντεμοκράτε νον ντικτατόρε ταρατόρε
Νικολάϊ τσαϊκέ Τσαϊσκού
ελ πατρίς ματζόρι γαμιλέ
Νικολάϊ τσαϊκέ Τσαϊσκού

Εγώ, που τον συνόδεψα κιόλας κάποιες μέρες και βλέποντας όλη αυτή τη βαναυσουργία της χαρτούρας, δεν του έδωσα κανένα βιβλίο. Κατανοούσα τις δυσκολίες του. Πού να χώραγαν τώρα στα μικρά βαλιτσάκια τους τόσα βιβλία; Πού θα βόλευαν κάνα δυο τρία κονιάκ, πέντε έξι κουτιά άψογο κυπριακό καφέ, μερικά ρουχαλάκια που είχε ψωνίσει η γυναίκα του με το πόκετ μάνι, λίγο τραχανά που είχαν φάει κάπου και τους άρεσε καταπληκτικά, μερικά παραδοσιακά χαλούμια, μεζές εξαιρετικός, καμιά λούντζα σε συσκευασία κενού, και «πού να τα βάλουμε, τώρα, ρε παιδιά. Αχ, και λουκάνικα τώρα, αποκλείεται». Τα στρίμωχναν με δυσκολία μέσα στα ρούχα τους και τα βιβλία.
Ήταν κι η γραφομηχανή. Όμως γι’ αυτήν επωφελήθηκε από μια προσωπική κάρτα, θα ‘ταν του αρχιλογιστή, που του παραχωρήθηκε σαν βυζαντινό προνόμιο από την Αρχιεπισκοπή. Τηλεφώνησε και τα κανόνισαν με τις αερογραμμές να μην λογαριαστεί σαν βάρος. Αχ, χρυσοί άνθρωποι! Στη χώρα του θα έπρεπε να λαδώσει, φαντάζομαι, ένα μηχανισμό εξήντα ενός χωροφυλάκων και άλλων τόσων τελωνειακών, για να περάσει τα σύνορα μια άχρηστη γραφομηχανή. Χωρίς να της χαλάσουν τις μασέλες, σαν ύποπτο αντικείμενο κατά του καθεστώτος που κατέρρευσε. Ειδικά αν μέσα βρίσκανε τα τυροπιτάκια, θα τον μπαγλαρώνανε στα σίγουρα για προβοκάτορα. Θα τα έστελναν στο Κρατικό Χημείο για να αποκλειστεί το Clostridium botilinum, ένοχο για τυχόν μαζικές δηλητηριάσεις πληθυσμού. Εξασφάλισε όμως αυτό το χαρτί, που πιστοποιούσε πως η μηχανή «αποτελεί είδος αφορολόγητον, αφού θα χρησιμοποιηθεί επ’ αγαθώ της Κυπριακής Λογοτεχνίας»... Το υπαγόρευσε στους διακόνους και το γράψανε. Ο κ. Ραντέσκου στη χώρα των θαυμάτων!

Τον πήρα στο αεροδρόμιο. Έχοντας μια υποψία πως είχε σιχαθεί όλους μας, και πως δεν τον ενδιέφερε ποσώς πια η Κυπριακή Λογοτεχνία, με όσα είδε το μάτι του στην κοινωνία της αφθονίας. Και τότε σοφίστηκα ένα κόλπο. Οι βαλίτσες τους έμοιαζαν με κατάβαρη γυναίκα στον ένατο μήνα. Τον άφησα λίγο από τα μάτια μου, για να κάνει αυτό που είχε εδώ και καιρό στο μυαλό του. Είχε κυριευτεί αίφνης από μια νευρικότητα που μου θύμιζε γάτα σαν ετοιμάζεται να σκάψει χέστρα να χώσει τα κακά της. Προσποιήθηκα την ανάγκη μου για τσιγάρο και βγήκα έξω. Τους άφησα μόνους μπροστά στο τσεκ ιν. Είδα από μακριά τη γυναίκα του να φυλάει μόνη τις αποσκευές όσο εκείνος ήταν εξαφανισμένος.
Μετά επέστρεψα για να τους αποχαιρετίσω. Μόλις όμως προχώρησαν προς τον έλεγχο διαβατηρίων, ακολούθησα τα ίχνη του προς τις τουαλέτες. Θα πρέπει να μας τη φύλαγε, λέω, αυτός. Τις έψαξα μία μία.
Ε, όχι, γαμώ το μου! Είχα πέσει έξω. Άδικα τον είχα κατηγορήσει. Στην τουαλέτα υπήρχαν μόνο πέντε κιλά βιβλία! Όσο για να περάσει τις αποσκευές στο ζύγισμα.
Τα κοίταξα. Ήταν όλα σκάρτα. Ένα όμως ήταν σπουδαίο. Ενός ποιητή μας πολύ μεγάλου, που δικαίως προαλειφόταν για το Νόμπελ. Τον προόριζαν και κάποιες οργανώσεις γι’ αυτό. Ακόμη και η Φιλοσοφική Σχολή, μέχρι που έσβησε το άστρο του απότομα. Ήταν η στιγμή που ο μέγας Μάγιστρος της Φιλοσοφικής Σχολής εξεδήλωσε και ο ίδιος διάθεση ποιητού. Μάλιστα είχε κιόλας μεταφραστεί σε χιλιάδες χώρες και εκατοντάδες γλώσσες, σ’ αυτές τουλάχιστον, όσων οι κάτοχοί τους έτυχε να φιλοξενηθούν στο άντρο του, της οδού Χρυσαλινιώτισσας. Όμως μην χάνουμε τώρα τον πραγματικό μας στόχο, τη διάσωση ενός πραγματικού ποιητή. Να τον αφήσει, ρε γαμώ το, μέσα στην τουαλέτα; Για κάτσε, ρε φίλε! Αν δεν πήγαινα να τον βρω θα βρομούσε μέχρι το πρωί. Τον έβγαλα αμέσως απ’ εκεί και τον πήγα έξω στον καθαρό αέρα.
Κατόπιν τούτου όμως, το σκέφτηκα ψύχραιμα. Πως υπό ορισμένες προϋποθέσεις θα μπορούσε ακόμη και ένας ποιητής να θυσιαστεί: για ένα κιλό τραχανά ή έστω για μια οκά καπνιστά λουκάνικα. Ένα κυπριακό κρασάτο λουκάνικο, για όσους δεν το ξέρουν, αξίζει μερικούς εθνικούς ποιητές των Βαλκανίων, ή και κάποιους ακόμη της Δυτικής Ευρώπης. Ενώ παράλληλα, ένα παραδοσιακό αιγοπρόβειο χαλούμι, συνδέοντάς το ιδιαίτερα μ’ εκείνο τον πονηρό συμβολισμό του, θα αντιστάθμιζε ακόμη και την καλύτερη ερωτική ποιήτριά μας. Όμως αυτήν τη σεβάστηκε, σκέφτηκα. Αυτή ταξιδεύει μέσα στις αποσκευές του, στενάχωρα λίγο, προς το παρόν, όμως σαν βγει στο φως, έχει τι να πει στην χώρα του. Και με μια καλή μετάφραση από τους φοιτητές του κυρίου Ραντέσκου θα μπορέσει να μιλήσει στις καρδιές ενός ολόκληρου λαού πεινασμένου για ιδέες και έρωτα.

Σαν μπήκα στο αμάξι για να επιστρέψω, με έπιασε ξαφνικά ένα τέτοιο γέλιο που δεν μπορούσα άλλο να συνεχίσω. Παραμέρισα από το δρόμο, όπως θα έκανα τώρα αν αίφνης με καλούσε κάποιος στο κινητό, για να μη με αρπάξει η αστυνομία. Όπως και να ‘χει, αυτό που μου είπε ο άγνωστος χλευαστής από το νοερό τηλέφωνο ήταν όντως συνταρακτικό: Τράβα ολοταχώς στο ξενοδοχείο Κλεοπάτρα! Μη χασομεράς λεπτό, επειδή σε μισή ώρα το πολύ θα έχουν μαζέψει τα σκουπίδια.
Οπότε πατάω γκάζι, γίνομαι καπνός. Δεν είχε κίνηση, το σκοτάδι αποχωρούσε αργά. Έφτασα με άνεση στον τόπο του εγκλήματος. Αν έλεγα, για παράδειγμα, πως μόλις που πρόλαβα τους σκουπιδιάρηδες, θα γινόμουν μελοδραματικός. Δεν ήταν καν η μέρα που τα μάζευαν, έμαθα μετά.
Έψαξα παρόλα αυτά όλο το σκυβαλοδοχείο μπρος από το ξενοδοχείο. Τίποτα. Τίποτα απολύτως! Για βάστα, λέω, αυτό παραπάει πια, είπα μέσα μου. Να υποψιάζομαι άδικα τους ανθρώπους. Μονομανίες του κερατά.
Όταν εξουθενωμένος πια και απελπισμένος σηκώθηκα να του δίνω, πρόσεξα τον ρεσεψιονίστα να με παρακολουθεί. Πλησίασε κοιτάζοντάς με καχύποπτα.
«Δεν βρήκες τίποτε;» μου κάνει.
«Ακριβώς! Τίποτε», λέω.
«Μα τι έψαχνες; Έχεις χάσει κάτι;»
Δεν ήξερα αν είχα χάσει κάτι. Είχα ξεχάσει για τι έψαχνα.
«Ήρθε κι η αστυνομία», μου λέει, «μόλις έφυγε. Δεν τους πρόλαβε. Πετάξανε!».
«Τι πετάξανε;», εγώ στον κόσμο μου.
«Κάποιοι τους είδανε να βγαίνουν στα σκοτεινά από την πίσω πόρτα και να κουβαλούν ένα πτώμα».
«Ποιοι, χριστιανέ μου;»
«Σε σακούλα».
Κατάλαβα. Πήγα στον πίσω δρόμο και σήκωσα το καπάκι του σκυβαλοδοχείου. Μέσα εκεί κείτονταν το βαρύ πτώμα της Κυπριακής Λογοτεχνίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου