Τον συνάντησα σ’ ένα γηροκομείο, στη Λάρνακα, όπου είχα πάει μες στις γιορτές των Χριστουγέννων να δω μια γνωστή. Χήρα ενός φίλου. Σε γηροκομείο θηλέων. Ο μόνος άνδρας ήταν αυτός. Ρώτησα την ηλικία του. «Κοντεύω ενενήντα τέσσερα», μου λέει, «έκλεισα τα ενενήντα τρία μέσα στο Μάρτη». Συνέχισα με το αν πλήττει εδώ μέσα, ένας άντρας μόνος, μέσα σε πενήντα γυναίκες. Ούτε ένα τάβλι να παίξει ο άνθρωπος... «Δεν παίζω τάβλι, έπαιζα πριν πολλά χρόνια. Όμως πηγαίνω κάποτε απέναντι. Είναι ένα καφενείο εκεί». «Δεν νιώθεις μοναξιά; Περνούν κάποιοι δικοί σου; Τα παιδιά σου;» «’Εν έχω παιδκιά, ‘εν επαντρεύτηκα». «Γιατί;» «Γιατί ‘εν επαντρεύτηκα; Μεγάλη ιστορία. Τρεις φορές έφτασα στο να πάρω την απόφαση, όμως τα πράματα έδειξαν άλλως πως». «Δηλαδή, τι έδειξαν;» «Είχα εφτά αρφάδες*. Και τότες, τα πράματα με τες γεναίτζες ‘εν ήταν έτσι, όπως σήμερα. Τα πράματα με τες γεναίτζες έσασαν* μετά το ’45». «Δηλαδή;» «Ε, πριν το ’45 οι γεναίτζες ήταν κλειδωμένες έσσω*. Αν επήαινε καμιά να δουλέψει σε κανένα μαγαζί, ελαλούσαν πως οι δικοί της εβκάλαν την στο μεϊντάνι, πως έν’ πουτάνα». «Οι αδερφές σου περνούν κάποτε και σε βλέπουν;» «Έρκονταν κάποτες οι αρφάδες μου. Όμως από τότε που πεθάναν...» «Πέθαναν όλες;» «Ναι. Οι τρεις ήταν μεγαλύτερές μου». «Ποια είναι τα ενδιαφέροντά σου, διαβάζεις εφημερίδα;» «Όι*, ‘εν έχω ενδιαφέροντα». «Η πολιτική δεν σε ενδιαφέρει; Έχουμε προεδρικές εκλογές σε δύο μήνες. Ξέρεις ποιοι είναι οι υποψήφιοι, κύριε Δημήτρη;» «Ξέρω αλλά ‘εν μ’ ενδιαφέρει. ‘Εν’ η πρώτη φορά που ‘εν με κόφτει ποιος θα κερδίσει». «Γιατί; Δεν σ’ ενδιαφέρει τι θα γίνει; Λαλούν πως τούτες είναι οι πιο κρίσιμες εκλογές», του υποβάλλω. «΄Εν μ’ ενδιαφέρει», επαναλαμβάνει αδιάφορα. «Τι σε ενδιαφέρει; Υπάρχει κάτι που να σε ενδιαφέρει;» επιμένω εγώ. «Όι, τίποτε». «Η υγεία σου είναι καλή;» «Ναι, έν’ καλή». «Δεν είχες ποτέ κανένα πρόβλημα με την υγεία σου;» «Κανένα». «Καπνίζεις; Κάπνιζες;» «΄Εν καπνίζω. Έκοψα τον πριν τριάντα χρόνια. Όταν ήμουν εβδομήντα», συμπληρώνει αβέβαια. «Μάλλον, όϊ, εξήντα πέντε». «Το φαγητό εδώ είναι καλό; Δεν σε πειράζει;» «΄Οι, ‘εν με πειράζει. Το στομάχι μου ΄εν’ γερό». Τον κοιτάζω. Ποτέ δε θα του έδινα πάνω από εβδομήντα και κάτι. Άντε, ογδόντα, να σπάσει η πέτρα... «Δεν σ’ ενδιαφέρει τίποτε... Ούτε και σε φοβίζει κάτι;» Επανέρχομαι διά της πλαγίας. «Τίποτε!» λέει κοφτά. Κοιτάζοντάς με όμως κάπως. «Ούτε ο θάνατος;» Μπαίνω εγώ διά της ευθείας. «Καθόλου!». Πάλι κοιτάζοντάς με λοξά: «Καθόλου! Μακάρι να ‘ρτει ώσπου είμαι γερός. Να μην ππέσω στο κρεβάτιν ανήμπορος». «Και τώρα, δηλαδή, αν έρτει, δε φοβάσαι... Αυτή τη στιγμή που μιλούμε», διευκρινίζω μέχρι βλακείας. «Μακάρι να έρτει!... » «Πιστεύεις στην άλλη ζωή, σίγουρα...» «Όι, ‘εν πιστεύκω». Σκέφτεται λίγο. «’Εν είναι λογικά πράματα τούτα». «Ποια πράγματα;» «Κοίταξε», μου κάνει, παίζοντας κάπως με τα δάκτυλά του. «Είμαστε τρία εκατομμύρια... Όϊ, πέντε, εκατομμ.... Όι, πέντε δισεκατομμύρια πάνω στη γη. Τζιαι όσοι έζησαν προηγουμένως, άλλοι τόσοι... Μα τι λαλώ; Πολλά παραπάνω! Πού επήαν, πού τους εβάλασι;» Ίσως όμως η τελευταία, ρητορική μάλλον ερώτησή του, να ήταν και, «πού τους έβαλεν;». Κάποιος, δηλαδή. Υπεύθυνος. Δεν παίρνω όρκο. Οπότε, προς διευκρίνιση, του ξαναμπαίνω κατά μέτωπο: «Πιστεύεις στο Θεό;» «Ναι. Όσον για τούτο, πιστεύκω. Όι όμως για κόλασιν τζιαι παράδεισον. Τζιείνα* έν’ μασκαραλίκια». «Γιατί δεν τα πιστεύεις;» «Μα ούτε τούτα έν’ λογικά». «Γιατί δεν είναι λογικά, τι εννοείς;» «Μα ‘εν στέκουσιν. Παράδειγμα, ένας που πέθανε πριν χίλια, δκυο χιλιάδες χρόνια. Με τον Χριστό...Θα τον έχει ο Θεός χίλια χρόνια μες στην κόλασιν; Νισάφι. Εν τόσο κακός ο Θεός; ‘Εν γίνεται, αποκλείεται...».
Νόμισα πως κάπου εκεί είχαμε τελειώσει. Δε φοβάται τίποτε, δεν ελπίζει σε τίποτε, δεν επιθυμεί. Παρά μόνο να του δίνει οσονούπω, υγιής όμως... Λες κι έχει δρόμο να κάνει μέχρις εκείνο το απροσδιόριστο. Και θέλει να ‘χει τα πόδια του γερά... Αν με ρωτάς, ούτε και πιστεύει σε κάτι στα σοβαρά... Τι, δηλαδή, πίστη είν’ αυτή; Ούτε κόλαση ούτε παράδεισος; Ωραία, μια αχλύ πίστεως μπορεί κάπου να αιωρείται, κάτι πολύ νεφελώδες. Οπότε, κι εγώ να του δίνω, είπα. Καθαρά τα πράματα. Έκανα να φύγω, αφού πρώτα τον χαιρέτησα. Όμως αίφνης λες κι άκουσα πίσω μου ένα ψίθυρο. Πισωκοίταξα με επιφύλαξη. Ναι, τα χείλη του εξακολουθούσαν να πάλλονται. Με είδε πως τον παρατηρούσα και με ρώτησε σιγανά: «Φεύγεις;» «Ναι», λέω, «πάω πίσω, Λευκωσία». «Να πας στο καλό τζι άμα έρκεσαι να μιλούμε». Τι να λέμε, σκέφτομαι. Ό,τι είχαμε να πούμε το είπαμε.
Όμως εκείνη τη στιγμή με φώτισε μια ερώτηση που, νομίζω, αυτήν περίμενε: «Μετάνιωσες ποτέ για κάτι;»
Εκείνος, σαν έτοιμος από καιρό, απάντησε αμέσως και ευθαρσώς «ναι!».
Λίγη σιωπή.
«Την μιαν που τες τρεις φορές, που σου είπα προηγουμένως πως ‘εν επαντρεύτηκα, το εμετάνιωσα πικρά... Ήμουν κουμπάρος σ’ ένα γάμο τζαι ήταν κουμέρα* τζ’ ετζείνη. Μα τότες εμπαίναν πολλοί κουμπάροι, σαράντα, πενήντα, πού να τους θυμάται ύστερα το πλάσμα πως εν κουμπάροι του; Όμως εμείς είμαστον ‘που τους παππέσσω*. Του Ησαΐα... Ήταν πολλά όμορφη. Τα μάτια της έλαμπαν ομορφκιάν». Λίγη σιωπή και μετά: «Γλυκομματού. Εμιλούσαν μου τα μάτια της. Εμίλουν της τζ’ εγιώ. Εμίλαν μου ξανά. Με τα μάτια. Ήταν πολλά όμορφη. Τζ’ ετραβούσεν με. Κάτι χείλη... Εμιλούσεν ο Θεός μιτά τους...»
«Εσύ όμως δεν της μίλησες», κάτι είχα ψυλλιαστεί.
«Ούτε τζ’ ετζείνη. Μόνο με τα μάτια, λαλώ σου. Εγιώ; Πού να της μιλήσω, γιε μου;»
Με είπε «γιε μου» κι εγώ καβατζάρω τα εξήντα, ω θεωρία της σχετικότητας!
« Όμως την νύχτα, στο τραπέζιν, εσύστησέν μου την ο γαμπρός. Τζιαι τζείνη ερώτησεν για το όνομάν μου. Τζιαι πού δουλεύκω. Στην ΝΑΦΙν, είπα της. ‘Τι ΄εν’ η ΝΑΦΙ;’ Στους εγγλέζους, λαλώ της. Τζι εγέλασεν πολλά, σαν τον άγγελον. Τζι εγέλασα τζι εγιώ. Όποτε εγελούσεν τζείνη, εγελούσα τζι εγιώ...»
Σιωπή. Ξανά σιωπή. Και μετά, πάλι σιωπή.
«Ώστε ήταν όμορφη!», είπα, για να σπάσω τη σιωπή. «Αφροδίτη!» «Αφροδίτη ήταν τ’ όνομά της;» «Αφροδίτη ήταν η ομορφκιά της!» «Μα οι Αφροδίτες είναι γυμνές», λέω προβοκατόρικα. «Το πολύ να φοράν κανένα πέπλο, μια μουσελίνα, που δείχνει την ομορφιά του κορμιού, γυμνή». «Μα αφού σου λαλώ, πως τζιαι κάτω ‘πού τα ρούχα της ήταν Αφροδίτη». Πείσθηκα, βέβαια. Πως και κάτω από τα ρούχα της αυτό έβλεπε. Δεν χρειαζόταν άλλη ανάκριση. «Και αφού τόσο πολύ σου άρεσε, γιατί δεν την παντρεύτηκες;» «Την ηύρα μια μέρα, μετά ‘που κανένα μήνα, στο Παντοπωλείον* της Σκάλας*».
Σιωπή. Ξανά σιωπή. Και μετά, πάλι σιωπή.
Εγώ τίποτε. Άρχισε να φυσά κιόλας στη διάθεσή μου ένα δροσερό αίσθημα εκδίκησης. Θα πρέπει κι αυτή τη φορά να κιότεψε, σκέφτηκα.
Θυμήθηκα ένα φίλο, από τα φοιτητικά. Είχε συναντήσει μια κοπέλα στο τρένο επιστρέφοντας στην πόλη του από τη θάλασσα. Είχανε γίνει οι καλύτεροι φίλοι, γέλασαν, μελαγχόλησαν, λες και γνωρίζονταν από καιρό. Οι σκέψεις τους αγγίχτηκαν. Όπως και τα σώματά τους, μετά φόβου. Μετά σεβασμού και πάθους. Σε κάποια στιγμή εκείνη κατέβηκε. Σε μιαν επαρχιακή πόλη. Εκεί σπούδαζε. Ήθελε να κατέβει μαζί της. Εκείνη συνηγόρησε, και τον ήθελε, την ίδια κιόλας στιγμή. Έλα, του έλεγε, έλα! Αυτή είναι η ώρα μας. Με τα μάτια, το σώμα της. Όμως εκείνος το σκέφτηκε. Το ξανασκέφτηκε κι έμεινε στο βαγόνι. Βουβός. Την υπόλοιπη νύχτα έκλαψε σαν σκυλί, στον κρύο αέρα των ρεματιών, μονάχος. Το τρένο το ίδιο ούρλιαζε σαν λύκος, στις ατέλειωτες γαλαρίες του σκοταδιού. Φτάνοντας, το πρωί, ομιχλιασμένος, κατευθύνθηκε στο σπίτι της φίλης του, στην πρωτεύουσα. Εκείνη το μάντεψε αμέσως, από το ουρλιαχτό του, το ανείπωτο. Από τα μάτια του. Πρησμένα, μελαγχολικά, κοιτούσαν το κενό. Θα έπρεπε να είχες κατέβει, του κάνει. Δίνε του! Αμέσως!
Δεν την ξαναβρήκε. Μάλλον τη συνάντησε ξανά μια φορά, επί σκοπού κάπως, σε κανένα χρόνο. Όμως αυτή ήταν άλλος άνθρωπος. Όπως και ο ίδιος. Και όμως τον πόνεσε, για κείνη τη στιγμή. Τη στιγμή που την είχε χάσει, την πρώτη φορά: Μέσα στη νύχτα, μέσα σε πλανταγμούς ευτυχίας και υλακές μιας ιδιότυπης άρνησης. Και τι δεν θα ‘δινε για κείνο το βράδυ στο τρένο... Να ξαναγινότανε απ’ εξαρχής εκείνη η νύχτα ιλίγγου. Και να αποβιβαζόταν με το σφύριγμα του τρένου και να χανόταν μέσα στις νυχτερινές μεσαορίες της ενδοχώρας. Μέσα της. Όπου κυλούσαν άγρια, ανάμεσα στα σκέλια μαύρων βουνών, λαγαρά ποτάμια ευτυχίας. Κι ας γινόταν ένας αμαρτωλός που θα τον περίμεναν μάταια μουχρωμένα πρωινά μιας καταβλητικής σύνεσης. Μακριά από τα βουητά του ανεξιχνίαστου.
Ακόμη σιωπούσα. Εκδικητικά λυπόμουν και μετάνιωνα μαζί του.
«Και τι έγινε στο Παντοπωλείο, της μίλησες;» «Όι! Αλλά ήταν το πρώτο πράμα που θα ‘θελα να κάμω». Σιωπή. «Της ένεψα ‘γειά σου’, μου ένεψεν τζιαι τζείνη ‘γειά σου’, με τα μάτια!»
Σιωπή. Και μετά, πάλι σιωπή.
«Και τι έγινε;» για να μην τον βασανίζω άλλο.
Σιωπή. Και μετά μίλησε.
«Πνίγηκε...»
«Πώς πνίγηκε;»
«Είχεν έρτει ο αδελφός της ‘πού την Αυστραλία. Θα την έπαιρνε μιτά του. Η φωτογραφία της μπήκε κατά λάθος στες εφημερίδες. Αντί να φτάσει στο μνηστήρα παράππεσε... Οι Αυστραλοί την επερίμεναν. Έναν άγγελο ‘πού τα μέρη μας...». Παύση. «Επήαν μαζί με τον αδερφόν της στην θάλασσα. Του Μαζωτού... Το σόιν τους έφτανεν ‘πού τον Μαζωτόν. Τζείνη ‘εν ήξερε να πλέει... Τζαι την εχάσαμε!». «Την έχασε ο αδελφός της» λέω ακηδώς «και οι δικοί της!». «Τζι εγιώ!...» είπε και λες μαζέυτηκε μεμιάς στο πετσί του. «Λαλείς να πνίηκεν ‘πού την απελπισίαν της;»
«Τι εννοείς;» του κάνω.
Ξεροκατάπιε. Κατάλαβα πως κάτι δεν του έβγαινε. «Που ήταν να ξενιτευτεί», είπε τέλος. Κι έπειτα αργά: «Επήα στην κηδεία. Με εθωρούσαν ούλοι με μισόν μάτι. Ποιος ήταν τούτος ο κρεμανταλάς που εστέκετουν δίπλα που το φέρετρον; Με μαύρη γραβάταν. Ενομίσαν με για κανένα μαύρον άγγελον που ήρτεν να την πάρει».
Σιωπή. Λίγη ακόμη σιωπή.
«Όπως σε τζείνο το τραγούδιν, πώς το λαλούν... με τον κουμπάρο χάρο... με γραβάταν μαύρη... Αν ήταν τρόπος να χαθώ, να φύω, να μεν* με θωρούν... όμως με το ‘δεύτε τελευταίον ασπασμόν’, ‘εν άντεξα. Ήταν όμορφη, σαν να ‘ταν ζωντανή. Παρόλον που τα μάτια της ήταν κλειστά, τζιαι δεν εγελούσαν πιον*».
Κάτι σα δάκρυ λαμπίρισε στα μάτια του.
Την άλλη μέρα πήρα τηλέφωνο στο γηροκομείο. Σκόπευα να ξαναπάω. Είχαμε ανοικτούς λογαριασμούς με τον κύριο Δημήτρη. Μου υποσχέθηκε πως θα θυμόταν ολόκληρο εκείνο το τραγούδι... Μα δεν ήταν αυτό. Είχα αρχίσει να υποφέρω με τις μνήμες του και με την αμνησία της εγκαταλελειμμένης ψυχής του.
«Έφυγε πρωί πρωί», είπε ψυχρά η αδελφή.
Θα πρέπει να ‘χει κιόλας φτάσει στην πρωτεύουσα. Των ουρανών.
Αν πίστευα σε κάτι, θα ευχόμουν να την ανταμώσει σε κανένα κήπο εκεί πέρα, και να της πει πόσο άτολμα, έστω, την αγάπησε... Να του πει κι εκείνη το μυστικό του πνιγμού της.
αδερφάδες - αδερφές
γεναίκα, πληθ. γεναίτζες – γυναίκα, γυναίκες
‘εν – δεν
έν’ – είναι
έσασαν, σάζω – φτιάχνω, βελτιώνομαι, διορθώνομαι
έσσω – μέσα (μέσα στο σπίτι)
κουμέρα – κουμπάρα
μεν - μην
μιτά – μετά (του τάδε), μαζί
ΝΑΦΙ-ΝΑΑFΙ, Navy, Army, & Air Force Institutes (Εμπορικός Οργανισμός των Βρετανικών Ενόπλων Δυνάμεων)
όι – όχι
παντοπωλείο – υπεραγορά, στεγασμένη σε τεράστιο για την εποχή (αποικιακό) κτίριο, ένα ή δυο σε κάθε πόλη αναλόγως του μεγέθους της
παππέσσω – από τους από μέσα, κολλητός
πιον - πλέον
ππέφτω, να ππέσω – πέφτω, ξαπλώνω
‘που- απού, από
Σκάλα, Λάρνακα
τζιαι – και
τζιείνα - εκείνα
φτάνω ‘πού – κατάγομαι από
Πέμπτη 23 Σεπτεμβρίου 2010
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου