Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2010

Αλέξης Ζήρας για το Ασταθές Βήμα : Η τυραννία της ομορφιάς.

Ο κόσμος του Χρίστου Χατζήπαπα και η δυναστεία των αισθήσεων.

Ο Χρίστος Χατζήπαπας ξεκίνησε πρώιμα, στα δεκαεννιά του, από την ποίηση, και την ποίηση, από όσο βλέπω και στα διηγήματα του Ασταθούς βήματος, δεν την ξέχασε ποτέ. Η μεταφορά, ως τεχνική, και ο συνειρμικός λόγος είναι δυο χαρακτηριστικά στοιχεία που τα συναντούμε και στα πεζά του, ενώ όταν θέλει να δημιουργήσει στον αναγνώστη την αίσθηση του παράδοξου ή την αίσθηση του συγκεχυμένου υποκειμενικού χρόνου, πάντοτε ο ρεαλισμός παραχωρεί τη θέση του στην ποιητική συναίρεση. `Ετσι ώστε η περίφημη αληθοφάνεια, η οποία αποτελεί προϋπόθεση ενός μεγάλου μέρους της σύγχρονης πεζογραφίας, να αποδεικνύεται πολύ στενόχωρη, πολύ περιορισμένη για τη φαντασία του συγγραφέα. Ανάμεσα στα διηγήματα αυτού του βιβλίου υπάρχουν μερικά που αποτελούν αποδείξεις της σύζευξης του πραγματικού με το ονειρικό, αλλά ένα από αυτά, το «Η πόλη των άσχημων», είναι το πιο εντυπωσιακό και ίσως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά της συνδυαστικής τεχνικής του Χατζήπαπα. Επί τέσσερεις μέρες η περσόνα του περιπλανιέται στην Τριέστη, στην πόλη όπου άλλοτε έζησε ο Τζόϋς, διδάσκοντας αγγλικά, μη μπορώντας όμως να συναντήσει ούτε μια ανθρώπινη ύπαρξη με ωραία χαρακτηριστικά! Που να σταματήσει το βλέμμα του πάνω της γοητευμένο. Αυτή η αναζήτηση της ουτοπικής ωραιότητας γίνεται τελικά έμμονη ιδέα, μια τυραννία του κάλλους που εκνευρίζει και εξαντλεί τον συγγραφέα αλλά, από την άλλη μεριά, οξύνει και εξάπτει ακόμα περισσότερο τη φαντασία του, σε σημείο ώστε να απλωθεί και να υποκαταστήσει εντελώς τη συμβατική πραγματικότητα που υπάρχει γύρω του. Να γίνει μια άλλη πραγματικότητα. Αν την ομορφιά δεν την συναντά αλλού, τη συναντά σε μια κατάσταση «μισοξύπνιου», όπως λέει. `Ετσι, στο ταξίδι της επιστροφής, στο αεροπλάνο που τον πηγαίνει στη Ρώμη, έρχεται και κάθεται δίπλα του μια πανέμορφη γυναίκα η οποία του συστήνεται όχι ως πλάσμα αυθύπαρκτο αλλά ως δικό του δημιούργημα, ως πρόσωπο ενός προηγούμενου διηγήματός του από τη συλλογή `Ερως εν καμίνω! Κάτι που αποτελεί μια αριστοτεχνική κίνηση της επινόησης που υλοποιείται μέσα από την επινόηση, δείχνοντάς μας, παράλληλα, ότι στη λογοτεχνία είναι εντελώς δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ αλήθειας και ψεύδους. Για να μην πούμε κάτι που είναι σχεδόν αυτονόητο στην επικράτειά της από αιώνες : ότι το ψεύδος είναι ελκυστικότερο από την κοινότοπη, καθημερινή και ενίοτε σκυθρωπή αλήθεια.Αλλά καμιά φορά και ουσιαστικότερο. Βοηθάει στην επιβίωσή μας !

Οι μνημονικές αναδρομές, οι έντονες φαντασιωτικές καταστάσεις, που, γενικότερα, αποτελούν ένα από τα πιο ιδιάζοντα χαρακτηριστικά της κυπριακής πεζογραφίας, εδώ και αρκετά χρόνια, τουλάχιστον μετά την εποχή του Νίκου Βραχίμη, έχουν κυριαρχική παρουσία, προπάντων στην πρώτη ενότητα των διηγημάτων του Ασταθούς βήματος, σ’ αυτά που ο Χατζήπαπας τα ονομάζει «Τα της ύπαρξης και της ψυχής». Και πράγματι στην εκτενή ιστορία του «Λαρυγγιού του διαβόλου», όπως και στις πιο σύντομες «Σαν δισκοβόλος», «Συμβατό ήπαρ», «The peculiar man», «Ο θάνατος του λουλουδιού», όλες οι καταστάσεις που περιγράφονται είναι καταστάσεις ψυχικά τεταμένες και εξαιρετικά ρευστές ως προς το χρονικό τους στίγμα. Μια εντύπωση, ένα φευγαλέο βλέμμα που θυμίζει αόριστα κάτι, ενεργοποιούν αυτόματα τα κοιτάσματα της μνήμης και ανοίγουν αυθαίρετα το δρόμο της αφήγησης προς συμβάντα και περιστατικά εγκιβωτισμένα και βιωμένα, χωρίς καλά καλά να το ξέρει ο ίδιος ο αφηγητής. Πέρα από το ότι ορισμένα διηγήματα αυτής της πρώτης και πιο εκτεταμένης ενότητας, αλλά και της δεύτερης με «Τα της Κύπρου», έχουν ένα νόημα συμβολικό. Μερικά υποδηλώνουν την καταστροφή ή τη διαστροφή της αρμονικής σχέσης που είχε άλλοτε ο άνθρωπος με τη φύση, όπως λόγου χάριν το «Σαν δισκοβόλος», και άλλα, όπως το λυρικό «Επτά ραβδισμοί δι’ ελαφράς καλάμου» λειτουργούν ως προϊδεασμός για την άφρονη στάση των εκατέρωθεν πολιτικών ηγεσιών και των εγκαθέτων τους που τίναξαν στον αέρα τη συνύπαρξη των κοινοτήτων στην μετά το ‘ 60 ανεξάρτητη Κύπρο Με τον αδελφικό και γειτονικό άλλο να εξελίσσεται ταχύτατα σε εχθρικό άλλο. Αλλά σε γενικές γραμμές, η διαστολή του χρόνου είναι ένας δοκιμασμένος και σε άλλα βιβλία τρόπος του Χατζήπαπα να ενσωματώνει στη μυθοπλασία του, ανασύροντας από διαφορετικές στιγμές του πραγματικού ή του φανταστικού βίου του, σκέψεις, εικόνες, σχόλια, εντυπώσεις. Ακόμα και να προοικονομεί με τον τρόπο μιας παράδοσης που φθάνει ως τον μεγαλύτερο παραμυθά, τον `Ομηρο, δηλαδή να μας προετοιμάζει μιλώντας μας για πράγματα τα οποία κανονικά, σύμφωνα με τη συμβατική οριζόντια αλληλουχία της αφήγησης, θα έπρεπε να τα πληροφορηθούμε αργότερα.

Η άλλη, συναφής με τα προηγούμενα, εμμονή του, ως προς τα θέματα που επιλέγει, είναι αναμφίβολα η προσήλωσή του στον ανθρώπινο αισθησιασμό, στο πηγαίο ορμέμφυτο, στην απελευθερωτική δύναμη όχι μόνο του έρωτα αλλά και της ερωτικής διάθεσης. Εν τέλει του ανοίγματος της ύπαρξης, γιατί και η δυνατή φιλία ή η αγάπη για τη φύση, τα ζώα και τα άλλα στοιχεία της, θέματα που επίσης είναι στα προτιμημένα του συγγραφέα του Ασταθούς βήματος, φέρουν μέσα τους έναν λανθάνοντα ερωτισμό. Ακόμα και αν η λανθάνουσα αυτή διάθεση αυτή μένει ανολοκλήρωτη σωματικά, όπως στο «Λαρύγγι του διαβόλου», με την αδικοχαμένη νεαρή Μάσια, συνεχίζει την υπόλοιπη διαδρομή της ολοκληρώνοντας στο όνειρο ή στις φαντασιώσεις του συγγραφέα. Εκεί όπου τελικά συντελούνται τα πάντα χωρίς εμπόδια. `Όπως στα διηγήματα του ‘Ερως εν καμίνω, το 2001, έτσι και εδώ, το ερωτικό πάθος σπαρταρά, οι αισθήσεις όλες - βλέμμα, γεύση, οσμή,αφή- συγκεντρώνονται εκεί, ο έρωτας ως άνθοφορία της ύπαρξης γίνεται η ορίζουσα δύναμη της ζωής, καμιά φορά η μοναδική πτυχή της μνήμης που μένει πάλλουσα ως το τέλος του βίου. Το διήγημα «`Ενας γέρος», που το θεωρώ ως ένα από τα καλύτερα του βιβλίου, για τη μαστορική του πυκνότητα και την αβίαστη ένταση με την οποία κορυφώνεται, μας εξιστορεί με λιτό και σοφά συγκρατημένο τρόπο τη μοναδική ραγισματιά που έχει μείνει αιμάσσουσα και ανεπούλωτη στη μνήμη ενός σχεδόν αιωνόβιου, ανύπαντρου άντρα από τη Λάρνακα. Τίποτε δεν τον ενδιαφέρει πια, ούτε και ο θάνατος, που τον περιμένει στωϊκά. Για το μόνο που έχει μετανιώσει είναι ότι φάνηκε διστακτικός και αναποφάσιστος για τη μοναδική γυναίκα που τον συγκίνησε όταν ήταν νέος και που, από ό,τι φαίνεται, από τα συμφραζόμενα της διήγησης, την πένθησε σε όλη του τη ζωή.

Σπάνια ο αισθησιασμός στις ιστορίες του Χατζήπαπα, στα διηγήματα όσο και στα μυθιστορήματά του, περιγράφεται ως κάτι το τελειωμένο, ως κάτι που συνέβη ολοκληρωμένα. Το παρανάλωμά του, το ότι κυριεύει την ύπαρξη, διαρκεί κυρίως ως ενδεχόμενο, ως κατάσταση δυνητική, ως κάτι που εμφανίζεται ως ονειρεμένη υπόσχεση. `Όχι ο ίδιος ο έρωτας όσο η προοπτική του, το επικείμενο της ολοκλήρωσής του που επειδή παραμένει επικείμενο βγάζει τη φαντασία του ανθρώπου από τα όριά της και την κάνει να καλπάζει τρελά. Ακόμα και στα διηγήματα της ενότητας «Τα της Κύπρου» που είναι περισσότερο γειωμένα σε πραγματολογικά στοιχεία, αναφέροντας με έμφαση συγκεκριμένους τόπους και περιστατικά της σύγχρονης τοπικής ιστορίας, η ερωτική παρουσία είναι η πιο φευγαλέα, η πιο ασύλληπτη από όλες τις παρουσίες. Είναι μια παρουσία - απουσία. Είναι η ανάμνηση του ωραίου που γλυστρά πλέον προς το άπιαστο, το οραματικό και το ιδεώδες. Στο «Επτά ραβδισμοί δι’ ελαφράς καλάμου» ο νεαρός αφηγητής θυμάται με νοσταλγία τη Γιασεμί, τη νεαρή τουρκοκύπρια, και μέσα από το πρόσωπο εκείνης, με θλίψη, επιστρέφει στον άμεσο κόσμο της εφηβικής αθωότητας και αμεσότητας που δημιουργούσε στην ανθρώπινη ύπαρξη ευφορία και πληρότητα. Κάτι όμως που ισχύει γενικότερα σε όσες αισθησιακές ιστορίες του Χατζήπαπα μπορώ πρόχειρα να θυμηθώ. Σε όλες σχεδόν η προοπτική ενός έρωτα που μένει εν τέλει με τη μορφή του δυνητικά τολμηρού αλλά στην πράγματικότητα διστακτικού και ασταθούς βήματος, μεταμορφώνεται σε παράπονο, σε θλίψη για την ομορφιά που χάνεται ή χάθηκε. Υποδαυλίζεται έτσι απροσδόκητα η στάχτη μιας βαθύτερα ελεγειακής διάθεσης που υπήρχε ανέκαθεν στα πεζά του Χατζήπαπα. Μπορεί παλαιότερα να μη πολυφαινόταν, αλλά τώρα, με την πάροδο των ετών και με την αβεβαιότητα της μέσης ηλικίας μεταβάλλεται σε στωϊκή, περίπου αναγκαία, παραδοχή της φθοράς. Στο πρώτο από τα διηγήματα του βιβλίου που έδωσε εξάλλου και τον τίτλο στη όλη συλλογή, η περσόνα του συγγραφέα αναδιπλώνεται τελικά με περίσκεψη μπροστά στην εικόνα μιας σχεδόν ιερής νεότητας. Αισθάνεται την απόστασή του από το νεαρό κορίτσι και, όπως λέει, « Σαν να περπατώ στο χιόνι κι αφήνω τα ίχνη της πατούσας μου για τους επόμενους ˙ τους λύκους, προφανώς, που οσμίζονται από μακριά το ασταθές βήμα των αποχωρούντων….»

Παρ’ ότι τα είκοσι διηγήματα του Ασταθούς βήματος έχουν κοινά στοιχεία που συντελούν ώστε να είναι συγγενή μεταξύ τους, νομίζω ότι από την πλευρά της τεχνικής τους έχουν κάποιες σημαίνουσες διαφορές. Λόγου χάριν, το στοιχείο της ποιητικής αφαίρεσης και η ενσωμάτωση του συνειρμικού χρόνου έχουν δυναμική παρουσία στην πρώτη ενότητα, στα «Της ύπαρξης και της ψυχής» αλλά η παρουσία αυτή αρχίζει και ατονεί στη δεύτερη ενότητα, στα «Της Κύπρου», για να ατονήσει ακόμα πιο πολύ στην τρίτη και τελευταία, «Τα των δούλων». Το ότι σ’ αυτήν γίνονται σπανιότερα τα μη ρεαλιστικά στοιχεία, η λυρική πνοή, ο συμβολικός δυϊσμός, ασφαλώς οφείλεται στο θέμα που επέλεξε για την ομάδα αυτών των διηγημάτων ο Χατζήπαπας, καθώς αναφέρεται στα τραγελαφικά, παράλογα και δυσοίωνα της συνύπαρξης των οικονομικών μεταναστών με τους νεόπλουτους κύπριους. Το θέμα μάλλον απαίτησε και προσάρμοσε ανάλογα και την τεχνική με την οποία έγινε ο χειρισμός του, με την αφήγηση να γίνεται εξαιρετικά λιτή, σχεδόν λιπόσαρκη, έτσι ώστε να πάρει μια μορφή λόγου που καταγγέλει, ενός λόγου που έχει πολιτική θέση και σκοπό έχει να συνεγείρει συνειδήσεις μέσα από την καταγραφή αληθοφανών διηγήσεων. Πάντως, αν παρακάμψουμε το ρίσκο που ανέλαβε ο συγγραφέας συμπεριλαμβάνοντας τα κάπως αποδεικτικά αυτά πεζά στο βιβλίο του, το μοναδικό στοιχείο που επιβίωσε και στις τρεις ενότητες του Ασταθούς βήματος νομίζω πως δεν είναι άλλο από τη σαρκαστική του διάθεση. Από τη σχεδόν καρναβαλική, ξεθεμελιωτική, κριτική του στάση απέναντι σε θεσμούς, πρόσωπα, καταστάσεις, καθιερωμένες και μη, τις οποίες χλευάζει όταν μπορεί με αληθινή ευφορία.Μεταμφιέζοντας ήθη και περιστατικά που έχουν ατομική ή συλλογική απήχηση, αλλά με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί ο αναγνώστης να σηκώσει εύκολα τη μάσκα τους και να τα δει καταπρόσωπο. Σαρκαστής όμως (όπως και αυτοσαρκαζόμενος) ο Χατζήπαπας υπήρξε και στο παρελθόν, στα βιβλία του που προηγήθηκαν, συνδεδεμένος αναμφίβολα με τη ζωντανή ακόμα και σήμερα κυπριακή παράδοση της έμμετρης λαϊκής σάτιρας και του σατιρικού τραγουδιού. `Όπως ακριβώς και ο μόλις προηγούμενός του, ο κορυφαίος ίσως στα σύγχρονα κυπριακά γράμματα μάστορας του είδους, Γιάννης Κατσούρης. Και με την ευκαιρία αυτή, κλείνοντας, να πούμε ότι στις καταβολάδες ετούτης της έμμονης διάθεσής του Χατζήπαπα, που ενδεχομένως και να πήρε έτσι μια πιο συγκεκριμένη κατεύθυνση, αφήνοντας το αυθόρμητο νεανικό καλαμπούρι και περνώντας στην συστηματική σάτιρα, θα πρέπει να υπάρχει η συνάφεια του συγγραφέα στα χρόνια της φοιτητικής μαθητείας του με την παμπάλαιη βουλγαρική λογοτεχνία του ευτράπελου. `Εμμεσα το ομολογεί και ο ίδιος σ’ ένα του διήγημα : «Αγαπώ τους Βούλγαρους. Είναι ό,τι καλύτερο συναντήσαμε στη ζωή μας. Μόνο με τα έξυπνα ανέκδοτά τους μπορούν να κάνουν όλη την υφήλιο να γελά».
***

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου