Θα ξεκινήσω με μία γενική διαπίστωση, στην οποία κατέληξα κλείνοντας το παρουσιαζόμενο εδώ, απόψε, βιβλίο του Χρίστου Χατζήπαπα ή, μάλλον, με την πρώτη σκέψη που έκανα έχοντας διαβάσει τα διηγήματά του. Ότι, ομολογουμένως, είχα πολύ καιρό, θα τολμούσα να πω από το Μπιντέ και το Κοινόβιο του Μάριου Χάκκα, να διαβάσω μικρά, στην πλειονότητά τους, αφηγήματα και κείμενα, όπου να συνδυάζονται, να συμπλέκονται αξεδιάλυτα, καλύτερα να πω, η υπαρξιακή αγωνία και η κοινωνική, με σαφές ιδεολογικό υπόβαθρο, μέριμνα και ανησυχία. Να συνδυάζονται κατά τρόπο αφηγηματικά δραστικό, συνθέτοντας ένα πεδίο πρόσφορο για την ανάπτυξη και την καλλιέργεια ενός ιδιάζοντος αφηγηματικού λόγου. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι σε κάποια διηγήματα της πρώτης, ιδίως, ενότητας, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Τα της ύπαρξης και της ψυχής», τα δύο αυτά στοιχεία συνέχονται σε τέτοιο βάθος, που είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατον, να διακρίνει κανείς πού ταυτίζονται και πού διατηρούν την αυτονομία τους. Σε γενικές γραμμές, πάντως, η υπαρξιακή αγωνία εντοπίζεται άλλοτε αμιγής, άλλοτε με εμφανή ψήγματα που μαρτυρούν την προσωπική εμπλοκή του συγγραφέα στα κοινωνικά, ιδεολογικά και ιστορικά δρώμενα της εποχής και του τόπου του, της Κύπρου, και άλλοτε συνδυασμένη με μιαν άλλη, επιγενόμενη, υπαρξιακών αποχρώσεων αλλά, κατά βάθος, όχι γνήσια υπαρξιακή αγωνία, που έχει να κάνει με το βιολογικό πέρασμα του πεζογράφου στην τρίτη ηλικία, αυτήν που αρχίζει με την είσοδό του στην έβδομη δεκαετία της ζωής του, κάτι που δεν παραλείπει να τονίζει με ιδιαίτερη έμφαση. Σε μιαν ηλικία από πολλές απόψεις μεταιχμιακή, που τον ωθεί, τον υποχρεώνει, μάλλον, σε ριζικούς επαναπροσδιορισμούς των σχέσεών του με τους άλλους, με τον εαυτό του και ειδικότερα με το σώμα του. Γι’ αυτό και δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι, αρκετά συχνά, αισθάνεται κανείς το ερωτικό στοιχείο να διαδραματίζει έναν ρόλο καταλυτικό στις σχέσεις και στις συμπεριφορές των προσώπων των ιστοριών του, είτε σε πρώτο επίπεδο είτε υφέρποντας και, σε κάθε περίπτωση, λειτουργώντας με μία δύναμη διαβρωτική της σκέψης, των αισθημάτων και των συναισθημάτων τους.
Στα περισσότερα διηγήματα της πρώτης ενότητας η γυναικεία παρουσία, ακόμα και η απουσία, διαδραματίζουν έναν σημαντικότατο ρόλο στη διαμόρφωση της ατμόσφαιρας. Γυναίκες ερωτικές, αισθησιακές, ωραίες ή άσκημες, προφανείς ή σιβυλλικές, νέες οι περισσότερες, πολλά ή και τίποτα υποσχόμενες, γήινες ή περιβαλλόμενες από την αχλύ του ονείρου, δημιουργούν προσδοκίες, ελπίδες, διαψεύσεις και ματαιώσεις, σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, αποτελούν αξιέραστες υπάρξεις, επιβεβαιωτικές της ανδρικής φιλαρέσκειας ή αυταρέσκειας και, βέβαια, τη λυδία λίθο, επάνω στην οποία, πραγματικά ή φανταστικά, δοκιμάζεται το εναπομένον σθένος του άντρα.
Τελειώνοντας με τα διηγήματα της πρώτης ενότητας, θέλω να πω ότι το καθένα απ’ αυτά αποτελεί έναν εντελώς ξεχωριστό σκηνικό χώρο, στις διαστάσεις του οποίου ζουν, κινούνται, δρουν και συμπεριφέρονται διαφορετικοί τύποι ανθρώπων, προβληματισμένων ή απροβλημάτιστων για τις δυνάμεις που διαμορφώνουν τη ζωή τους, συνειδητά ή ασυνείδητα εμπλεκόμενων στα γρανάζια της αμείλικτης πραγματικότητας. Ανθρώπων που έρχονται σε επαφή μεταξύ τους, επικοινωνούν πραγματικά ή ψευδεπίγραφα, ή αρκούνται σε συμπτωματικά και τυχαία αμοιβαία αγγίγματα, σε φευγαλέες συναντήσεις, ενδεχομένως απαραίτητες, προκειμένου να λειτουργήσουν ως εναύσματα για μια επαναπροσέγγιση και εκ νέου διερεύνηση των όρων που διέπουν τα ανθρώπινα.
Η δεύτερη ενότητα, που έχει τον τίτλο «Τα της Κύπρου» αποτελείται από αφηγήσεις, μερικές από τις οποίες προσεγγίζουν το είδος της προφορικής μαρτυρίας ανθρώπων που βίωσαν, σε προσωπικό επίπεδο, δραματικές πτυχές της σύγχρονης ιστορίας της Κύπρου και υπήρξαν μάρτυρες συγκλονιστικών, όσο και τραυματικών γεγονότων που συνέβησαν από την άνοιξη του 1960, οπότε υπογράφτηκε το σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, ως το καλοκαίρι του 1974, χρονιά της τουρκικής εισβολής. Στις αφηγήσεις αυτές ο συγγραφέας βρίσκει πρόσφορο έδαφος για την έκθεση, την κατάθεση, μάλλον, της αγωνίας αλλά και της οδύνης του για την πορεία των πραγμάτων, για τη μικροψυχία των πολιτικάντηδων και των υπερπατριωτών και για την αδυναμία, την ανικανότητά τους να συλλάβουν, έστω και στο ελάχιστο, την επιθυμία των απλών ανθρώπων, ελληνοκύπριων και τουρκοκύπριων, να συνυπάρξουν αρμονικά. Το συμφιλιωτικό πνεύμα, που χαρακτηρίζει τις αφηγήσεις των απλών ανθρώπων, ακόμα και την περίοδο της κορύφωσης των διακοινωτικών συγκρούσεων, σε καμία περίπτωση δεν φαίνεται να γίνεται αντιληπτό, ούτε σεβαστό, από τους ισχυρούς, ξένους και ντόπιους, που αρέσκονται να διατηρούν σε συνεχή λειτουργία τους σκοτεινούς και απάνθρωπους μηχανισμούς του κακού. Διαλέγω στην τύχη κάποια ενδεικτικά αποσπάσματα: «Ήμουν τελειόφοιτος Λυκείου, ώριμος πια. Αλλά και μέσα από την ΠΕΟΜ ήξερα πως οι Τούρκοι της Κύπρου δεν είναι εχθροί αν δεν τους κάνουμε εμείς. Μα και κάποιοι από τους ηγέτες τους, που τους οδηγούσαν αλλού. Με τη βοήθεια των Εγγλέζων, φυσικά». Κι αλλού: «Ήμουν διοικητικός στο Γενικό Νοσοκομείο. Είχαμε συναδέλφους Τούρκους, αδερφές, νοσοκόμους, δουλεύαμε πλάι πλάι. Ήμασταν φίλοι». Κι ακόμα: «Κείνες τις μέρες κατάλαβα πως οι διάφορες ομάδες δεν υπερασπίζονται τη Δημοκρατία και το κράτος, αλλά μάλλον του άνοιγαν τον τάφο…».
Η τρίτη ενότητα του βιβλίου αποτελείται από δύο αφηγήσεις γύρω από τη ζωή οικονομικών μεταναστών στην ευημερούσα Κύπρο των τελευταίων δεκαπέντε χρόνων, και τρεις λεπτομερείς αναφορές, βρισκόμενων σε απόγνωση μεταναστών, οι οποίοι απευθυνόμενοι προς τις αρμόδιες ή και αναρμόδιες αρχές, εκθέτουν τις τραγικά απάνθρωπες συνθήκες όχι της διαβίωσης, αλλά της επιβίωσής τους, επικαλούμενοι, με δραματικό τρόπο, την ανθρώπινη ιδιότητά τους. Και εδώ ο πεζογράφος βρίσκει την ευκαιρία να επικαλεστεί τις ιδεολογικές του καταβολές και να στηλιτεύσει τους ασυνείδητους εκμεταλλευτές και όψιμα αστικοποιημένους νεόπλουτους κύπριους, οι οποίοι αντιμετωπίζουν τους ανθρώπους που έχουν στη δούλεψή τους κατά τρόπο απαράδεκτα σκληρό και εξευτελιστικό. Διακωμωδεί και σαρκάζει αυτήν τη νεοσύστατη τάξη ανερμάτιστων ηθικά και ιδεολογικά ανθρώπων, οι οποίοι περνούν τα σαββατοκύριακά τους σε πανάκριβα παράκτια ξενοδοχεία μουλιάζουν στις πισίνες και διακατέχονται από τη βεβαιότητα ότι επιτελούν κοινωνικό έργο, προσλαμβάνοντας εργάτες ή υπηρετικό προσωπικό από τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες με τους εξευτελιστικότερους όρους. Λησμονώντας ότι και αυτοί οι ίδιοι υπήρξαν πρόσφυγες στον τόπο τους× ότι, στην ουσία, η δική τους προσφυγιά υποκαταστάθηκε από την προσφυγιά των ανυπεράσπιστων οικονομικών μεταναστών.
Θα έλεγε κανείς ότι τα κείμενα των τριών ενοτήτων του βιβλίου του Χρίστου Χατζήπαπα συνθέτουν, στο σύνολό τους, ένα προσδιορισμένο, τοπικά και χρονικά, αφηγηματικό πεδίο. Όλα μαζί, παρά τη θεματική και την υφολογική τους ιδιαιτερότητα και ποικιλία, έτσι όπως συνδυάζονται χρονικά και συνέχονται ιστορικά, θα μπορούσε κάποιος να πει ότι συναποτελούν ένα μυθιστόρημα εν εξελίξει. Εντοπίζοντας καταστάσεις προσφερόμενες για τον στιγματισμό των ατομικών, προσωπικών, διακοινοτικών και κοινωνικών δυσλειτουργιών, με διάθεση άλλοτε σοβαρή και άλλοτε σκωπτική και με κυρίαρχο το στοιχείο του σαρκασμού, ιδίως στις περιπτώσεις που η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη, ο αφηγητής δεν παραλείπει, όπου αισθάνεται ή απλώς διαισθάνεται ότι του προσφέρεται η δυνατότητα, να εκθέσει τις στέρεες ιδεολογικά, και βιωματικά δομημένες αρχές και πεποιθήσεις του και να σαρκάσει. Μάλιστα, για να χρησιμοποιήσω μία δική του φράση, του αρέσει να σαρκάζει τους πάντες μέχρι κονιορτοποιήσεως. Προεξάρχοντος του εαυτού του, ελλείψει προ στιγμής άλλων. Όσο για τον λόγο του, μπορώ να πω ότι διατηρεί, μονίμως σχεδόν, στενότατη και αδιαμεσολάβητη τη σχέση του με τις προφορικές του καταβολές, γεγονός που τον καθιστά ιδιαιτέρως δραστήριο και ζωντανό επικοινωνιακά, και λογοτεχνικά δραστικό και αποτελεσματικό.
*Από την παρουσίαση του βιβλίου στο Σπίτι της Κύπρου στην Αθήνα στις 25/10/10
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου